search

ΑΡΘΡΑ - ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Με αφορμή τον πρόσφατο θάνατο της Ζωής Φυτούση, επισκεπτόμαστε την ελληνική μα και διεθνή καριέρα ενός τραγουδιού που σφραγίστηκε ανεξίτηλα από την ερμηνεία και τη φωνή της...

Το θέατρο, πάντα θριάμβευε στο εφήμερο. Ακόμα και σε εποχές δηλαδή στις οποίες υπήρξε η δυνατότητα καταγραφής εικόνας και ήχου, το θέατρο έμεινε εκτός, ακριβώς γιατί καμία τέτοια αποτύπωση δεν μπορεί να αποδώσει αυτό που βιώνεις βλέποντας μια παράσταση –τον μαγνητισμό της σκηνής, την κορύφωση της στιγμής, το κάτι «μαγικό» της ζωντανής επαφής με το σανίδι.

Έτσι συνέβη και με το Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε του Luigi Pirandello, το οποίο ανέβασε τον Οκτώβριο του 1961 στο θέατρο Αθηνών (στην Πανεπιστημίου) ο θίασος του Δημήτρη Μυράτ, με τον ίδιο να υπογράφει τόσο τη σκηνοθεσία, όσο και τη μετάφραση: υπήρξε η μεγαλύτερη καλλιτεχνική και εμπορική παράσταση εκείνης της χρονιάς, μα επέζησε μόνο στη μνήμη και στις διηγήσεις όσων την έζησαν από πρώτο χέρι.

76yTaxdr_2.jpg

Οι επόμενοι σταθήκαμε τυχεροί μόνο ως προς τη μουσική και τα τραγούδια, έργο του Μάνου Χατζιδάκι –ο ίδιος ήταν μάλιστα και προσωπικά παρών στο Αθηνών, διευθύνοντας την ορχήστρα– το οποίο και εκδόθηκε τότε σε ΕΡ 45 στροφών (από την Columbia). Στόχος του, όπως τον διακήρυξε, να γράψει τραγούδια «που να πηγαίνουν πιο μπροστά απ' ό,τι μέχρι τώρα έχω φτιάξει», λαϊκά μα που να μην καμώνονται τα λαϊκά και να εκφράζουν εκείνες τις λίγες, μοναδικές στιγμές, όταν ο λαός ζει χωρίς καλά-καλά να καταλαβαίνει την αλήθεια του: «Είναι οι στιγμές που είναι άνθρωπος, χωρίς τη βία του Χρόνου, χωρίς την αγωνία του Χώρου, χωρίς τη φθορά της τάξης του».

Τρία ήταν όλα κι όλα αυτά τα τραγούδια, μα έμειναν και τα τρία, καθένα με τον τρόπο του: "Φέρτε Μου Ένα Μαντολίνο", "Ο Ταχυδρόμος Πέθανε" και "Η Πέτρα".

Το 3ο το είπε η Βούλα Ζουμπουλάκη (1924-2015), ηθοποιός και σύζυγος του Δημήτρη Μυράτ –θα τη θυμάστε ίσως στη Στέλλα (1955), να παίζει την Αννέτα και να τραγουδά το "Εφτά Τραγούδια Θα Σου Πω"– τα άλλα 2 προορίζονταν για την Τζένη Βάνου, η οποία όμως αρνήθηκε την τιμή για να μη στεναχωρήσει τον Μίμη Πλέσσα, που βρισκόταν σε δημόσια διαμάχη με τον Χατζιδάκι μέσω του Τύπου και μάλιστα σε υψηλούς τόνους. «Διαφημιστή μουσικό» τον είχε αποκαλέσει τότε ο Χατζιδάκις, καλώντας τον να «εγκαταλείψει λιγάκι το πνεύμα της οδού Μαυροματαίων που τον διέπει», με τον Πλέσσα να απαντά πως εκείνος τουλάχιστον διαφήμιζε τη μουσική και όχι μακαρόνια (σπόντα για τη ραδιοφωνική εκπομπή του Χατζιδάκι) και ότι προτιμούσε «τη φωτισμένη περιοχή της οδού Μαυροματαίων από τα σκοτεινά δρομάκια του Υμηττού και τα περίπλοκα μυστικά τους».

76yTaxdr_3.jpg

Ο κλήρος έπεσε λοιπόν στη Ζωή Φυτούση, που, παρότι ηθοποιός χωρίς καμία πρότερη εμπειρία στο τραγούδι, διέθετε κάτι στη φωνή της το οποίο γοήτευσε τον Χατζιδάκι. Τα όσα εκτυλίχθηκαν τότε (συν πολλά ακόμα, σπαρταριστά) μπορείτε να τα βρείτε σε μια πρότινος ανέκδοτη στην ολότητά της συνέντευξη στον Αντώνη Μποσκοΐτη (εδώ), που δημοσιεύτηκε αυτές τις μέρες με αφορμή τον θάνατό της. Η Φυτούση τα είπε λοιπόν ανεπανάληπτα και τα 2 κομμάτια, τα σφράγισε με την ερμηνεία της. Μιας όμως και το "Μαντολίνο" συνεχίζει να ακούγεται συχνά, αποτελώντας τη μεγαλύτερή της επιτυχία, εμείς θα σταθούμε σήμερα στον "Ταχυδρόμο", η αίγλη του οποίου δεν έπαψε να μαγνητίζει τους τραγουδιστές, με αποτέλεσμα να θελήσουν πολλοί να αναμετρηθούν με την 1η εκτέλεση. Σε αυτές τις εκτελέσεις επικεντρώνουμε κι εμείς εδώ, αποχαιρετώντας την πρώτη διδάξασα...
 
Ζωή Φυτούση (1961)

Πρώτη εκτέλεση επί σκηνής του θεάτρου Αθηνών, μα και πρώτη καταγραφή στη δισκογραφία, στο ΕΡ Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε, το οποίο έβγαλε μέσα στην ίδια χρονιά ο Μάνος Χατζιδάκις στην Columbia. Η Φυτούση, παρότι δεν ήταν τραγουδίστρια, φανερώνει εδώ μια πεντακάθαρη αντίληψη τόσο για τη σκηνική υπόσταση που χρειαζόταν να έχει ο "Ταχυδρόμος", όσο και για το μέτρο του δράματος που έπρεπε να εκπροσωπήσει ερμηνευτικά, ώστε να αποδώσει το πικρό του φινάλε, μα κι αυτό της ηρωίδας/αφηγήτριας, το οποίο καραδοκεί στην τελευταία, εκπληκτική, στροφή. Ασυναγώνιστη απόδοση, που έβαλε έναν πολύ ψηλό πήχη για όσους τολμηρούς θα προσέγγιζαν στη συνέχεια το κομμάτι.



Λόλα Τσακίρη (1961)

Εντελώς ξεχασμένη σήμερα, η Λόλα Τσακίρη ήταν κόρη στρατηγού και η κανονική της δουλειά ήταν γραμματέας στην πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών. Η αγάπη της, όμως, ήταν το τραγούδι και το 1966 πέτυχε μάλιστα να κερδίσει και το πρώτο βραβείο σε ένα σημαντικό φεστιβάλ ελαφρού τραγουδιού στον Λίβανο. Ήταν η δεύτερη που είπε τον "Ταχυδρόμο" στη δισκογραφία, λίγο μετά τη Φυτούση, σε δίσκο 45 στροφών για λογαριασμό της Music Box. Η διασκευή της στέκει ως μάρτυρας της καλλιφωνίας της, δεν συγκρίνεται όμως με το πρωτότυπο. Πέθανε το 1982 όχι μόνο εντελώς ξεχασμένη, μα και πάμφτωχη: η κηδεία της έγινε με έρανο, την πρωτοβουλία του οποίου πήρε η Ρένα Βλαχοπούλου.



Γιώργος Μούτσιος & αφές Μπρόγιερ (1961)

Η δημοτικότητα του "Ταχυδρόμου" ώθησε και την Philips να βγάλει τον δικό της δίσκο 45 στροφών, με τον Γιώργο Μούτσιο να πετυχαίνει διάνα, δίνοντας μια στιβαρή και πολύ εντός του κλίματος ανδρική εκδοχή. Τα συνοδευτικά φωνητικά των Έρρικα & Μαργαρίτα Μπρόγιερ, όμως, δεν κρίνονται αναλόγως επιτυχημένα: θα ήταν νομίζω καλύτερα αν είχαν περιοριστεί σε πιο διακριτικό ρόλο.



Βούλα Ζουμπουλάκη (1961)

Η Ζουμπουλάκη δεν το είπε ποτέ σε δίσκο, ούτε και το έλεγε στην αυθεντική παράσταση (έλεγε την "Πέτρα", όπως είπαμε), το τραγούδησε όμως στο ραδιόφωνο, σε μια μετάδοση του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, η οποία ευτυχώς καταγράφηκε, αν και παραμένει αδημοσίευτη μέχρι σήμερα. Διασκευή που δείχνει την όμορφη φωνή και τους χρωματισμούς της, κάπου όμως μεταβάλλει την ισορροπία την οποία είχε πετύχει η Φυτούση υπέρ ενός κλίματος πιο θεατρικού. Κάτι, βέβαια, που δεν είναι απαραίτητα αρνητικό, ίσα-ίσα, δίνει και μια διαφορετική διάσταση, παραμένοντας μουσικά πιστό στην αυθεντική μορφή.



Καίτη Μπελίντα (1962)

Η κατά κόσμον Καίτη Πολιτοπούλου από το Άργος διέθετε φωνή ιδανική για ό,τι λέμε «ελαφρό τραγούδι» και ευτύχησε μάλιστα να κερδίσει και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1962. Έπεσε όμως σε μια εποχή που το συγκεκριμένο είδος έδυε σιγά-σιγά και έτσι συχνά διακρινόταν σε δεύτερες εκτελέσεις, παρά στα δικά της τραγούδια. Η συγκεκριμένη διασκευή (από single 45 στροφών), η οποία άρεσε γενικά, είναι πράγματι άψογη φωνητικά, ίσως όμως να παραείναι «σωστή», με αποτέλεσμα κάτι να λείπει ή έστω να χάνεται στην απόδοση της απαιτούμενης λύπης: ακούγοντάς το, δηλαδή, δεν πείθομαι ότι πέθανε όντως ο ταχυδρόμος του άσματος.



Μάνος Χατζιδάκις (1964)

Ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις κάθεται εδώ στο πιάνο, προσφέροντας μια όμορφη –και ίσως πιο παιχνιδιάρικη;– ορχηστρική εκδοχή για πιάνο, άρπα (Αλίκη Κρίθαρη), δύο κιθάρες (Γεράσιμος Μηλιαρέσης & Δημήτρης Φάμπας) και κοντραμπάσο (Αντρέας Ροδουσάκης). «Συλλέγω τη σκορπισμένη ευαισθησία μου και σας την παραδίδω έτσι όπως γεννήθηκε, στ’ αληθινό της βάθρο», έγραψε για τον δίσκο 15 Εσπερινοί (1964). Τον οποίον αξίζει να αναζητήσετε στη CD έκδοση του 1998 ή του 2008, λόγω της νέας ψηφιακής επεξεργασίας του ήχου και του πολυσέλιδου ενθέτου με το ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό.



Georges Moustaki & Francoise Walch (1969)

Η καλύτερη διασκευή του "Ταχυδρόμου" μαζί με εκείνη της Γιαννάτου, από έναν εξαιρετικό Γάλλο τραγουδιστή και συνθέτη, με ρίζες στους Σεφαραδίτες Εβραίους της χώρας μας. Μεταφρασμένο από τον ίδιο τον Moustaki σε "Le Facteur", το κομμάτι προσαρμόζεται άψογα στο μελαγχολικό κλίμα που χαρακτήριζε το γαλλικό ελαφρό τραγούδι της εποχής (εύσημα εδώ στην ενορχήστρωση του Alain Goraguer), κρατάει όμως ατόφιο το χατζιδακικό πνεύμα, με τον Moustaki να πιάνει στο ακέραιο τις αποχρώσεις του πρωτοτύπου, βάζοντας παράλληλα τη δική του ερμηνευτική σφραγίδα: μοιάζει στο μεγαλύτερο μέρος του, σαν να σου διηγείται τραγουδιστά μια ιστορία.



Μαρινέλλα (1971)

Το πιάνει ωραία στην αρχή η Μαρινέλλα (στον δίσκο Ένας Μύθος), αλλά εκεί που λες ότι θα το αποδώσει σε μια χαμηλών τόνων εκτέλεση, το γυρνάει εν τέλει σε μια γκράντε μαρινέλ διασκευή, με ένα αποτυχημένο ενορχηστρωτικά πνευστό να κυριαρχεί και με τη φωνή της να χάνει το μέτρο, κάνοντας επίδειξη δυνάμεων και καθαρότητας. Είναι σπουδαία τραγουδίστρια και την αγαπώ πολύ, όμως μερικά πράγματα θέλουν άλλη προσέγγιση και όχι αυτήν της «μεγάλης κυρίας».



Νίκος Ξυλούρης (1976)

Το παρόν άρθρο ασχολείται βέβαια με τις δισκογραφημένες εκδοχές του "Ταχυδρόμου", ωστόσο αν άξιζε προηγουμένως μία εξαίρεση για τη διασκευή της Ζουμπουλάκη, σίγουρα αξίζει ακόμα μία γι' αυτήν του Ξυλούρη, ο οποίος και είπε το τραγούδι ζωντανά στην τηλεοπτική εκπομπή του Γιώργου Παπαστεφάνου «Μουσική Βραδιά». Μόλις 1 λεπτό και 26 δευτερόλεπτα το διαθέσιμο απόσπασμα, μα πραγματικά αξίζει να το ακούσετε.



Σαβίνα Γιαννάτου (1983)

Καταπληκτική διασκευή, που παραμένει αξεπέραστη. Τα ηλεκτρονικά της Λένας Πλάτωνος προσφέρουν ένα προσεγμένα απλό μα απόλυτα μοντέρνο φόντο –στο οποίο εξακολουθεί να λάμπει μεταλλαγμένη η χατζιδακική ευαισθησία– και η Σαβίνα Γιαννάτου διακτινίζει τη Ζωή Φυτούση στην καρδιά της δεκαετίας του 1980 με μια καθηλωτικά αιθέρια ερμηνεία. Εδώ που τα λέμε, όλος εκείνος ο δίσκος (Το '62 Του Μάνου Χατζιδάκι) διαπνέεται από αυτό το ουσιαστικό πνεύμα προσέγγισης, ακόμα κι έτσι όμως μιλάμε εδώ για μία από τις ευτυχέστερες στιγμές του.



Αγνή Μπάλτσα (1986)

Η Λευκαδίτισσα μέτζο σοπράνο είχε πλέον πίσω της μια λαμπρή διεθνή καριέρα, οπότε είχε την άνεση ενός δισκογραφικού συμβολαίου με την περίφημη Deutsche Grammophon, όπου κι έβγαλε τότε το άλμπουμ Songs My Country Taught Me –με την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών σε διεύθυνση Σταύρου Ξαρχάκου και τον Κώστα Παπαδόπουλο σολίστ στο μπουζούκι. Ο Ξαρχάκος έχει κάνει μια προσεγμένη διασκευή, η οποία επιτρέπει στη Μπάλτσα μια ατσαλάκωτη ερμηνεία, έχω όμως και με αυτήν το ίδιο θέμα που είχα και με τη Μπελίντα πιο πάνω: λείπει εκείνη η απόχρωση η οποία θα με πείσει ότι ο έφηβος ταχυδρόμος μας έχει πράγματι πεθάνει.



Βασίλης Λέκκας (1987)

Ο Βασίλης Λέκκας βρισκόταν τότε υπό τη μπαγκέτα του Χατζιδάκι, ο οποίος ήταν άσσος στο να εκμεταλλεύεται τα όμορφα χρώματα της φωνής του, κρατώντας τον μακριά από τη συχνά απωθητική υπερβολή που επέδειξε αργότερα στην καριέρα του –και υπήρξε φοβάμαι διπλά δυσανάλογη, αν σκεφτεί κανείς ότι «επενδυόταν» σε δεύτερης διαλογής υλικό. Εδώ, λοιπόν, με άξονα μια έξυπνη καινούρια ενορχήστρωση του Νίκου Κυπουργού, φτάνει αβίαστα σε μια λεπτεπίλεπτη, τρυφερή και συνάμα αγορίστικη προσέγγιση, διαφορετική από την πιο ανδρική του Μούτσιου. Από τον δίσκο του Χατζιδάκι Λαϊκή Αγορά: 30 Τραγούδια 1959-1975 (1987), τον οποίον αξίζει να αναζητήσετε στη CD έκδοση του 2003, λόγω της νέας ψηφιακής επεξεργασίας του ήχου και του πολυσέλιδου ενθέτου με το ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό.



Ofra Haza (1987)

Η σπουδαία Ισραηλινή τραγουδίστρια, την οποία έμαθε όλος ο rock 'n' roll κόσμος χάρη στη συνεργασία της με τους Sisters Of Mercy για το "Temple Of Love", είπε τον "Ταχυδρόμο" στον δίσκο Shirey Moledet, μεταφρασμένο ως "Ayelet A'havim", σε εβραϊκούς στίχους της ποιήτριας και τραγουδοποιού Naomi Shemer. Ενδιαφέρουσα διασκευή, με μία ακόμα λαμπερή ερμηνεία, η οποία καταφέρνει όμως να προσεγγίσει και κάτι έστω από τον συναισθηματικό διάκοσμο του άσματος.

Νένα Βενετσάνου (1998)

Ποτέ δεν θα μπορέσω να καταλάβω γιατί οι κύριοι και οι κυρίες εντέχνου βιάζονται να χειροκροτήσουν μετρίως μέτρια φωνητικά ταλέντα ή φωνές καλές μα με προβληματικό ρεπερτόριο, αφήνοντας σταθερά τη Νένα Βενετσάνου στο αφήλιο της ραδιοφωνικής, δισκογραφικής και συναυλιακής πραγματικότητας. Πλήρης ερμηνεύτρια, με θαυμάσια φωνή και με μεγάλη εκφραστική δεινότητα, η Βενετσάνου τραγούδησε κι αυτή τον "Ταχυδρόμο" σε έναν εξαιρετικό δίσκο-αφιέρωμα στον Χατζιδάκι που έβγαλε το 1998 στον Σείριο (Η Νένα Βενετσάνου Τραγουδά Μάνο Χατζιδάκι), προσφέροντάς του μια λιτή, ιδιαίτερη προσέγγιση, που τον έφερε κοντά στα ρομαντικά lieder της Κεντρικής Ευρώπης.



Μανώλης Μητσιάς (2002)

Η τελευταία μέχρι στιγμής δισκογραφική καταγραφή του "Ταχυδρόμου". Ζωντανή εκτέλεση, από μια έκδοση της Legend σε 2πλο CD ονόματι Τα Μεγάλα Τραγούδια, που μάζεψε 45 επιλογές αποτυπωμένες σε συναυλίες του Μητσιά, δίχως όμως μέριμνα για τις απαραίτητες συνοδευτικές πληροφορίες. Ο Μητσιάς γνωρίζει καλά τα χατζιδακικά «κατατόπια» και δεν στερείται της γνώριμής του ευαισθησίας στο μικρόφωνο, ωστόσο στο φύρδην μίγδην του συγκεκριμένου άλμπουμ ο "Ταχυδρόμος" χάνεται συμπιεσμένος κάπου στο τέλος του 1ου CD, σε μια απόδοση εκτελεστικώς και ηχητικώς μέτρια. Πολύ πιο συγκροτημένο –αν και συντηρητικό– ήταν το live άλμπουμ Από Τον Τσιτσάνη Στον Χατζιδάκι (2010, και πάλι στη Legend), όπου την ευθύνη της όλης μουσικής υποδομής είχε η Ορχήστρα Νυκτών Εγχόρδων του Δήμου Πατρέων, σε διεύθυνση Θανάση Τσιπινάκη. Δυστυχώς, όμως, ο Μητσιάς δεν είπε εκει τον "Ταχυδρόμο".