search

ΑΡΘΡΑ - ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Mια τέχνη που δεν γνώρισε ποτέ πραγματική άνθηση στην Ελλάδα, μέσα από κάποιες εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους κορυφώσεις της. Σχολιάζουν, μεταξύ άλλων, ο Τζίμης Πανούσης, o Δημήτρης Μεντζέλος και ο Νίκος Σούλης!

«Ένα βιντεοκλίπ δεν είναι παρά η διαφήμιση του τραγουδιού» γράφουν οι Pulp στην εισαγωγή του promo βίντεο για το “Babies”. Εντάξει, δίκιο έχουν. Υπάρχουν όπως και πολλοί ακροατές, κυρίως μεταξύ 25 και 45 ετών σήμερα, που αγάπησαν τη μουσική συνδυασμένη με εικόνα, μέσω του MTV. Χρόνια μετά, στην εποχή του YouTube, το βίντεο έχει χάσει δύναμη αντί να κερδίσει: οι περισσότεροι επιλέγουν να ακούσουν ένα κομμάτι κάνοντας άλλα πράγματα ταυτόχρονα. Κάθε τόσο εμφανίζεται κάτι ενδιαφέρον, αλλά η επίδραση που είχε το βιντεοκλίπ στον μέσο ακροατή κορυφώθηκε με το MTV στο πρώτο μισό των 1990s.
 
 
Στην Ελλάδα πάλι, «χρυσή εποχή» δεν υπήρξε.  Όποια περίοδο κι αν πιάσεις, τα βιντεοκλίπ ήταν στη μεγάλη τους πλειονότητα ανέμπνευστα, κακόγουστα και πρόχειρα –ακόμα κι όταν υπήρχε μπάτζετ. To ελληνικό “Losing My Religion” είχε τίτλο “Losing My Time” και μας έτρωγε τον χρόνο στο Tempo και στο Mad, με φλύαρους παρουσιαστές και επαναλήψεις των ίδιων βίντεο 17 φορές τη μέρα. Ακόμα και στα «10 καλύτερα ελληνικά βιντεοκλίπ» που ακολουθούν (τα οποία συγκέντρωσα κάπως υποκειμενικά αλλά ανεξαρτήτως είδους, από όλες τις εποχές και με ευέλικτο αισθητικό κριτήριο), ορισμένες επιλογές μοιάζουν αψυχολόγητες. Κάθε ένα είναι εντελώς διαφορετικό από τα υπόλοιπα, αλλά και κάθε ένα θα μπορούσε να λείπει χωρίς κανένας να μου πει «καλά ρε φίλε, δεν έβαλες αυτό;». 
 
Ζήτησα τη γνώμη τουλάχιστον 10 φίλων. Και αφού κατέληξα, για να μη μιλάω μόνος μου, ζήτησα δυο λόγια από τους άμεσα εμπλεκόμενους. Ορίστε λοιπόν:
 
 
10. ΝΤΠ. – Λουκουμάκι Συριανό (2014
Σκηνοθεσία: Κ. Μπάμπαρης, Ι. Πρίντεζης
 
Το πιο πρόσφατο απ’ όλα εδώ, κυκλοφόρησε στα τέλη του περασμένου καλοκαιριού. Στερείται ουσίας και βάθους, αλλά τεχνικά μιλώντας είναι ένα από τα πιο άρτια ελληνικά βιντεοκλίπ, με άψογο φωτισμό, πλάνα σχεδόν χολιγουντιανά και διάφορα flashbacks στην ιστορία –από την Ελένη του Πάρη στην Κλεοπάτρα και από τους πρωτόπλαστους στον Μαραντόνα. Σίγουρα όχι ένα κλιπ-ξεπέτα. 
 
 
9. Δάντης – Αμάν (1992)
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Σώτας
 
Η αναπόδραστη εκείνη την εποχή επιρροή του Michael Jackson συναντά την ανατολίτικη πλευρά του Έλληνα, σε ένα βιντεοκλίπ που έφτασε να προβληθεί μέχρι και στο ακμάζον τότε MTV. Σήμερα φαίνεται κάπως αστείο το σκηνικό, πιθανόν και το ίδιο το τραγούδι. Κάποιοι βέβαια δεν το ξέχασαν ποτέ. Όπως γράφει και μια κοπέλα στα σχόλια από κάτω: «ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΟΜΜΑΤΙ ΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟΠ... ΑΚΟΜΑ ΑΚΟΥΓΕΤΕ ΣΤΑ ΚΛΑΜΠ ΔΑΝΤΗΣ-ΚΑΡΑΛΗΣ ΠΟΛΥ ΜΠΡΟΣΤΑ ΛΕΜΕ, ΤΟ ΧΟΡΕΥΑΜΕ ΣΤΑ ΠΑΡΤΥ ΕΙΧΕ ΛΙΩΣΕΙ Ο ΔΙΣΚΟΣ!!!!!!!».
 
 
8. Διάφανα Κρίνα – Όλα Αυτά Που Δεν Θα Δω (1998) 
Σκηνοθεσία: X. Aργύρης, Ν. Καλτζής
 
Το πιο ουσιαστικό βιντεοκλίπ του ελληνικού ροκ. Πλάνα από το τρένο για Θεσσαλονίκη, στριμωγμένα τσιγάρα στο παράθυρο, απογευματινά soundchecks στον ήλιο, το ίδιο το live κι ύστερα τις αναμνήσεις των παραπάνω σε fast-forward. «Όλα αυτά που δεν θα δεις» υπονοούνται στην αγκαλιά των τελευταίων δευτερολέπτων του βίντεο, σε μια ανεπιτήδευτα συγκινητική σκηνή.
 
 
7. Στέρεο Νόβα – Ηλίθια Αστεία (1992) 
Σκηνοθεσία: Στέρεο Νόβα
 
Ξεκινάει κάπως υποτονικά. Και ξαφνικά, στο 0:42, ο Κωνσταντίνος Βήτα αρχίζει να χορεύει με τον πιο όμορφο τρόπο που μπορεί να χορέψει αυτή τη μουσική ένας άνθρωπος. Το χρώμα έρχεται και φεύγει, τα ρούχα είναι αστεία και τα οπτικά εφέ –μέσω της τεχνικής του blue box– μοιάζουν παρωχημένα, αλλά είναι αυτά που κάποιοι σήμερα, στην εποχή του ψυχρού high definition, προσπαθούν να αντιγράψουν. Timeless, που λένε και οι Άγγλοι.
 
 
6. Κόρε. Ύδρο. – Οι Εραστές Του Τίποτα (2006) 
Σκηνοθεσία: Aνούσια Ένταση
 
Ένα παιδί γίνεται κατ’ επανάληψη θύμα bulling. Και προς το τέλος του βίντεο,  βρίσκει διέξοδο στην τέχνη του: γίνεται frontman συγκροτήματος. Όλ’ αυτά μέσα από την τεχνική και τη γλώσσα των κόμιξ, εντελώς ερασιτεχνικά, αποδοσμένα με τρόπο κωμικό, ο οποίος έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη δραματικότητα των στίχων (ένα από τα στοιχεία που έκαναν τους Κόρε. Ύδρο. μοναδικούς). Κατά τα άλλα, μιλάμε για ένα  βιντεοκλίπ-σαμποτάζ, καθώς όταν το βλέπεις δεν μπορείς να ακούσεις το τραγούδι.
 
Παναγιώτης Διαμάντης (μπασίστας και βασικός σκηνοθέτης του βίντεο): 
«Όλοι στη ζωή μας είχαμε κάποιον τραμπούκο που μας ενοχλούσε, ή γινόμασταν εμείς τραμπούκοι για κάποιον άλλον. Αυτή ήταν η ιδέα του βίντεο, η οποία βέβαια προέκυψε στην πορεία. Παρατήρησε όμως το εξής: ο κεντρικός ήρωας ναι μεν υφίσταται bulling, αλλά σε κάποια σημεία το αποζητάει κιόλας. Με το πρώτο πείραγμα, ας πούμε, πάει κι εκείνος στον άλλον και του πειράζει το αμάξι. Δεν είναι εντελώς αθώος… Ένα αστείο περιστατικό που θυμάμαι συνέβη στην αποβάθρα: είχα πει στον Παντελή (σ.σ. Δημητριάδη) να τραβήξουμε πέντε-έξι πλάνα και μετά να πέσει στη θάλασσα. Κι αυτός με το πρώτο σπρώξιμο έπεσε, χωρίς να προλάβω να τραβήξω την πτώση. Μετά έπρεπε να τον περιμένουμε να στεγνώσει για να το ξαναγυρίσουμε, οπότε δεν τραβήξαμε άλλο πλάνο. Επίσης θυμάμαι ότι η σκηνή με την τούρτα γυρίστηκε δύο φορές. Ήταν καινούργια η κάμερα, δεν είχαμε μάθει να τη χειριζόμαστε ακόμα, οπότε την πρώτη φορά είχα ξεχάσει να πατήσω το rec. Ο Αλέξης, ο ντράμερ, ο οποίος έφαγε δύο τούρτες στο πρόσωπο τελικά, νόμιζε πως το έκανα επίτηδες για να τον πειράξω (ήταν λίγο εύθικτο παιδί ο Αλέξης). Κατά τ’ άλλα, να σου πω την αλήθεια, εμένα το αγαπημένο μου βίντεο των Κόρε.Ύδρο. είναι “Ο Πιο Ενδιαφέρων Καταθλιπτικός” που είχε κάνει ο Γιώργος Αρβανιτάκης. Ήταν μια πολύ απλή ιδέα που την είχε παρουσιάσει τέλεια, μέσα σε ένα στενό καθιστικό». 
 
 
5. Cheap Science:Enemy – Making My Name (2009) 
Σκηνοθεσία: Νικήτας Κλιντ
 
Tα πιο κανονικά γυναικεία πρόσωπα που μπορεί να δει κανείς σε ελληνικό βιντεοκλίπ και τα πιο πηγαία χαμόγελα. Σέξι με τρόπο μη προφανή, ευδιάθετο αλλά όχι χαζοχαρούμενο, συνδυάζει ομορφιά και ασχήμια από τα πάρκα στα ουρητήρια και από εκεί στα μανάβικα, στις εργένικες κουζίνες, στο «ό,τι να 'ναι» της Ελλάδας. Κι ολ’ αυτά με μηδενικό όπως φαίνεται budget και με τη σπίθα μιας τρέλας που αρχίζει και τελειώνει στα μάτια του πρωταγωνιστή.
 
Νικήτας Κλιντ: 
«Τελειώνοντας το άλμπουμ Cheap Science και έχοντας στα χέρια μου το υλικό μέσα στο οποίο υπήρχε και το “Making My Name” (ένα κομμάτι που μου άρεσε πολύ), σκέφτηκα πως έπρεπε να το στηρίξω με ένα ανάλογα καλό κλιπ. Μην έχοντας μία, έστυψα το κεφάλι μου και είπα θα πάω με το ένστικτο φτιάχνοντας σωστά και παράξενα κάδρα. Βρήκα locations γύρω-γύρω στην Αθήνα με μια φίλη μου την Αριάδνη, η οποία είχε αναλάβει χρέη οδηγού και βοηθού, από το βουνό στο Πέραμα μέχρι το δασάκι στου Γκύζη και από τις σχολές ΣΕΛΕΤΕ μέχρι την κουζίνα του τότε σπιτιού μου. Έκανα ό,τι μου 'βγαινε και το φχαριστήθηκα. Στο κλιπ έπαιξαν μόνο φίλες μου». 
 
 
4. Μιχάλης Ρακιντζής – 14 Φλεβάρη (1995)
Σκηνοθεσία: Μιχάλης Ρακιντζής
 
Τα υπερβολικά κοντινά πλάνα, τα δάκρυα, το slow motion, η βροχή που θολώνει το τζάμι, υπάρχουν και φορές που ΔΕΝ σε κάνουν να θες να τα κοροϊδέψεις. Όπως εδώ, όπου νομίζεις πως παρακολουθείς την άσχημη κατάληξη μιας αληθινής σχέσης (δες πόσο φυσικό είναι το πλάνο που του βάζει σαλάτα ενώ εκείνος δεν θέλει). Ακόμα και μεσημέρι να το δεις αυτό το βίντεο, μέσω YouTube, νιώθεις πως το βλέπεις αργά το βράδυ, ξενυχτισμένος στην τηλεόραση. Εδώ θα βρεις και το πρώτο κινητό τηλέφωνο το οποίο εμφανίστηκε ποτέ σε εγχώριο κλιπ. Σε στυλ γουόκι-τόκι.
 
Mιχάλης Ρακιντζής: 
«Θεωρώ πως το καλύτερό μου βιντεοκλίπ είναι το “Έθνικ”. Είχαν δουλέψει καμιά δεκαριά ξένοι ανιματέρ, οι καλύτεροι της εποχής τότε, επί 6 ολόκληρους μήνες. Πήγαν στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, πήραν τα original σχέδια της Αγίας Σοφίας και την έχτισαν σε 3D ,τουβλάκι-τουβλάκι. Σήμερα μπορεί να γινόταν αλλιώς, αλλά για την εποχή του, με τα προγράμματα που υπήρχαν τότε, ήταν κάτι σπουδαίο. Τώρα στο “14 Φλεβάρη”, δεν έχουμε μια ιδέα. Πρόκειται για πραγματική ιστορία, ένα συμβάν που μου συνέβη ημέρα 14 Φλεβάρη, το οποίο αποτυπώθηκε κατά προσέγγιση στο βιντεοκλίπ. Tα γυρίσματα έγιναν εδώ και στη Γερμανία, όπου έτυχε να βρισκόμαστε για μια περιοδεία. Μετά μάζεψα τα πλάνα, έκανα το μοντάζ, γιατί έχω μια τρέλα, ασχολούμαι από πολύ παλιά με την εικόνα σαν χόμπι. Η κοπέλα δεν έχει καμία σχέση με το περιεχόμενο, είναι μοντέλο. Αλλά όλο το κλιπ φτιάχτηκε λίγο σαν home video. Και ίσως αυτή είναι και η ομορφιά του». 
 
 
3. Ημισκούμπρια – Je Suis Bossu (1997) 
Σκηνοθεσία: Νίκος Χατζηαγγελής
 
Τα Ημισκούμπρια έχουν τουλάχιστον μια ντουζίνα βιντεοκλίπ που αξίζει κάποιος να δει. Έμοιαζαν να τα χαίρονται πολύ και οι ίδιοι. Και σε κάνουν να γελάς κυρίως επειδή αισθάνεσαι πως γέλασαν κι αυτοί. Στο συγκεκριμένο αναπαριστούν τη μελό 1970s ελληνική ταινία Εκείνο Το Καλοκαίρι, παίρνουν τον Φοίβο Δεληβοριά για κηπουρό (όλα τα λεφτά το «πατ-πατ» που του δίνει ο Μεντζέλος στο μάγουλο)  και δεν διστάζουν να φτιάξουν μια εισαγωγή ενός ολόκληρου λεπτού, πριν ξεκινήσει το τραγούδι.
 
Δημήτρης Μεντζέλος
«Είναι το αγαπημένο μου τραγούδι μας και το αγαπημένο μου βιντεοκλίπ, μια ωραία ανάμνηση από το 1997. H ιδέα, προφανώς, ήρθε από το sample του Γιάννη Σπανού. Το αστείο του συγκεκριμένου κλιπ ήταν ότι μέσα στο καταχείμωνο, μέσα στην παγωνιά, με έβαλε ο σκηνοθέτης μας ο Νίκος ο Χατζηαγγελής να βουτήξω στην πισίνα για να πιάσω το κοχύλι. Με βάζανε να κάνω όλα τα κασκαντεριλίκια.  Και παρ’ όλο που η στολή του δύτη υποτίθεται ότι κρατάει τη θερμοκρασία, εγώ είχα παγώσει. Μόλις τελείωνε η σκηνή, ο σκηνοθέτης μου 'λεγε «πάμε άλλη μία φορά», «πάμε άλλη μία φορά». Ε και σε ένα σημείο του λέω «να σου πω, μπες μόνος σου και κάντο γιατί η πισίνα έχει μείον δέκα βαθμούς και εγώ είμαι ράπερ, δεν είμαι ούτε δύτης, ούτε κολυμβητής». Ήταν η μόνη φορά που ταλαιπωρήθηκα. Κατά τ’ άλλα στα βιντεοκλίπ περνούσαμε καταπληκτικά, ρίχναμε γέλιο. Ο Νίκος ο σκηνοθέτης μας, ό,τι τρελαμάρα μας ερχόταν, έλεγε πάμε να το κάνουμε». 
 
 
2. Σταμάτης Κραουνάκης – Κόκκινα Γυαλιά (1995)
Σκηνοθεσία: Nίκος Σούλης
 
Έχει κάνει και πιο φιλόδοξα πράγματα ο Νίκος Σούλης (τη "Λάβα" της Πρωτοψάλτη, το "Φως" της Βίσση κλπ.), αλλά το συγκεκριμένο κλιπ είναι σίγουρα το πιο τρυφερό του. Ένας ύμνος στο κόκκινο χρώμα, στην παιδικότητα που κρύβουμε και στην κρυμμένη ομορφιά της Αθήνας («είναι βάσανο ο φίλος που φωνάζει “εκδρομή”»). Πολύ σοφά, κόντρα στον στίχο του ρεφρέν μα σε συμφωνία με τη βαθύτερη μελαγχολία του, η πόλη δεν απεικονίζεται ηλιόλουστη, αλλά συννεφιασμένη.
 
Νίκος Σούλης (σκηνοθέτης): 
«Τα “Κόκκινα Γυαλιά” είναι το αγαπημένο μου κλιπ για πολλούς λόγους. Λατρεύω φυσικά το τραγούδι και ειδικά τη συγκεκριμένη εκτέλεση από τον Σταμάτη. Μέσα από την εικόνα προσπάθησα να κάνω μια συνάντηση του ενήλικου άνδρα με την παιδική του ψυχή. Γυρίστηκε στη Λουκά Νίκα, στο παλιό πατρικό μου σπίτι (δεκαετία 1960) και δίπλα στο θέατρο ΗΒΗ, πριν ακόμα γίνει θέατρο. Ήταν καλοκαιρινό σινεμά. Εκεί εγώ είδα τις πρώτες μου ταινίες. Φορούσα κόκκινες γαλότσες και έπαιζα στο χωματόδρομο. Το τραγούδι λέει «σε ποιον έρωτα χρωστάω». Αυτόν λοιπόν τον έρωτα, αυτής της προεφηβικής ηλικίας με τους όρκους αιώνιας πίστης ξεκίνησα να συναντήσω, να εξηγήσω, μέσα από την αφήγηση της εικόνας και των στίχων. Ο κόκκινος, γερασμένος πρόωρα άγγελος Σταμάτης συναντά τον μικρό του εαυτό και αφού βάψουν την πόλη κόκκινη, απογειώνονται μαζί από τον λόφο της Πνύκας στο τέλος του φιλμ, σε μια σπάνια λήψη από ελικόπτερο. Μπορώ να αποκαλώ αυτό το φιλμάκι (σε φιλμ 16 mm γυρίστηκε) κομμάτι της ζωής μου». 
 
 
1. Τζίμης Πανούσης – Kάγκελα Παντού (1986) 
Σκηνοθεσία: Τζίμης Πανούσης
 
Ο σατανάς στο γήπεδο, τα πρόβατα στο σχολείο, η αρχαιολατρία, το αμερικανόφερτο t-shirt του Χριστού, η σκουπιδοποίηση του ανθρώπου, η δεμένη-να-μη-μας-φύγει τηλεόραση, ο εμπρησμός στα δέντρα, ο τυφλωμένος φαντάρος, τα κάγκελα παντού. Το πρώτο βιντεοκλίπ εταιρικής παραγωγής στην Ελλάδα είναι μάλλον και το καλύτερο που έγινε ποτέ, με όραμα που φτάνει πολύ παραπάνω από την εμπορική προώθηση του τραγουδιού. Μια σπουδαία ταινία μικρού μήκους, συμπυκνωμένη σάτιρα κάθε άρρωστης πλευράς μας, από τον μεγαλύτερο σατιρικό καλλιτέχνη της εποχής μας. 
 
Τζίμης Πανούσης: 
 
«Μου ανέθεσε η ΕΜΙ να κάνω ένα βίντεο. Με μεγάλο μπάτζετ. Έκανα εξαήμερα κινηματογραφικά γυρίσματα με πλήρες συνεργείο και με μεγάλες δυσκολίες. Θυμάμαι έντονα το πρώτο γύρισμα με τον σταυρό πάνω στον Υμηττό, με παρουσία πυροσβεστικής, γιατί τα φώτα κι όλ’ αυτά μπορεί να κάνανε ζημιά, με κρύο τρομερό. Ήμουνα γυμνός και είχα ξυλιάσει. Πήγαινα λοιπόν σε έναν τεχνικό, του έλεγα «γιατί χασομεράμε εδώ»; Και μου απαντούσε «γιατί εγώ δεν είμαι φωτιστής, είμαι σκηνοθέτης». Πέρασα μια τέτοια κατάσταση... Άλλη δυσκολία μεγάλη ήταν το σκουπιδιάρικο. Θα έβγαινα από μέσα και έπρεπε να το καθαρίσουμε κάπως.
 
Τότε είχε γίνει μια αλλαγή στην εταιρία. Είχε φύγει ο Εγγλέζος, με τον οποίο εγώ δεν είχα καλές σχέσεις, γιατί ήθελε να μιλάμε στα αγγλικά. Έπαθα αλλεργία τότε στα αγγλικά, χάλασα τα αγγλικά μου. Και σε κάποια φάση του είπα «φίλε μου, εσύ ήρθες να δουλέψεις εδώ, μάθε ελληνικά». Τέλος πάντων έφυγε αυτός και ήρθε μετά ο Κυβέλος, εκείνος που έκανε την παραγωγή.
 
Arthrovid_2
 
Το θέμα ήταν ότι το βιντεοκλίπ η εταιρία το είχε παραγγείλει για να παιχτεί στην πρώτη εκπομπή του Ζήτω Το Ελληνικό Τραγούδι του Σαββόπουλου. Με πολύ κόπο κατάφερα την παραμονή της εκπομπής να το έχω έτοιμο και να πάω στον Σαββόπουλο. Το βλέπει λοιπόν και δεν του αρέσει. «Χοιρινό» μου το χαρακτήρισε. Τέλος πάντων, δεν το έπαιξε. Μετά το μαθαίνει ο Χατζιδάκις, το βλέπει, του αρέσει πολύ· βάζει οθόνες μέσα στον Σείριο στην Πλάκα και το δείχνει εκεί, σε όλες τις παραστάσεις, όπου έπαιζα κι εγώ σε ένα κομμάτι. Βλέποντας αυτό ο Σαββόπουλος, μου ξαναζήτησε το κλιπ και με αποκριάτικο άλλοθι το έπαιξε τελικά στην αποκριάτικη εκπομπή του.
 
Όσο περίεργο κι αν σου φαίνεται, δεν υπήρξε λογοκρισία. Ο πρώτος μου σόλο δίσκος, το Κάγκελα Παντού, είχε κάνει τρομερές πωλήσεις, οπότε δεν επενέβαινε η εταιρία. Και μέχρι σήμερα ισχύει αυτό, δεν έχω αντιμετωπίσει τέτοια προβλήματα. Ο άλλος που σε παίρνει ξέρει ποιος είσαι, δεν μπορεί να σου πει μην κάνεις το ένα και μην κάνεις το άλλο. Αν δεν υπάρχει ελευθερία έκφρασης δεν μιλάω ούτε για μαγαζιά, ούτε για εταιρίες, ούτε για τίποτα.
 
Πλέον δεν υπάρχει εταιρία που να μπορεί να χρηματοδοτήσει ένα τέτοιο βίντεο-υπερπαραγωγή. Από την άλλη έχουν φτυνήνει τα μέσα, οπότε μπορείς να το κάνεις μόνος σου.
 
Δεν ξέρω αν το "Κάγκελα Παντού" είναι όντως το καλύτερο ελληνικό βιντεοκλίπ, όπως λες. Δεν μπορώ να το πω εγώ αυτό για δική μου δουλειά, ας το κρίνει ο κόσμος. Εγώ όποτε το βλέπω μου αρέσει. Κυρίως όμως θυμάμαι τι είχαμε τραβήξει για να το κάνουμε».