avopolis.team

Καθώς ετοιμαζόμαστε για το live των Depeche Mode στις 17 Μαϊου, με χορηγό τη Visa, κάνουμε μια αναδρομή και μια αποτίμηση της πορείας των θρύλων της synth pop. Ξεκινήσαμε με τη μήτρα από την οποία ξεπήδησαν, συνεχίσαμε με τα πρώτα, άγουρα χρόνια, μέχρι το 1984 δηλαδή, και ακολούθησε η δεύτερη φάση της καριέρας τους. Ο κύκλος αυτός κλείνει σήμερα με την τρίτη και τελευταία φάση της καριέρας τους, μέχρι και το προηγούμενο άλμπουμ. Ξεκινώντας φυσικά από το Ultra... Λίγοι πίστευαν ότι οι Depeche Mode θα κατάφερναν να συνεχίσουν και μάλιστα αξιοπρεπώς, μετά τις ουκ ολίγες περιπέτειες με τα προσωπικά δράματα του Dave Gahan και την αποχώρηση του Alan Wilder.

Της Μάρως Αγγελοπούλου

Το Ultra (1997) ήρθε σαν αναστάσιμο φως για την καριέρα τους, το Exciter (2001) τους έμπασε αναγεννημένους στο νέο αιώνα και με την ώθηση του Playing The Angel (2005) το βρετανικό συγκρότημα φάνηκε να συνεχίζει, παρά τα όποια εμπόδια, να αποστομώνει τις κακόβουλες προβλέψεις για το τέλος τους, που... «‘νά το, τώρα ερχόταν».

Αφού τραγουδούσε επί χρόνια για την αποξένωση, την κατάθλιψη και την τραγωδία της ζωής, ο Dave Gahan ανεμοδερνόταν από το δράμα της ίδιας του της ύπαρξης και δη με ακραίο τρόπο.

Ο δεύτερος γάμος του κατέρρεε λόγω του εθισμού του στα ναρκωτικά, η πρώτη του σύζυγος του έστελνε εξώδικα γιατί τον θεωρούσε ανίκανο να αναλάβει την επιμέλεια του γιου τους, πήγε δις σε κέντρο αποτοξίνωσης, επανέλαβε τον εθισμό του επί δύο και έκανε απόπειρα αυτοκτονίας. 

Οι αθροιστικές προσωπικές απώλειες του Gahan, σε συνδυασμό με την αποχώρηση του κημπορντίστα Alan Wilder (αν και αφανής ήρωας, είχε εξαιρετική μουσική αντίληψη που φάνηκε πολύ χρήσιμη στη μέχρι τούδε πορεία της μπάντας), αλλά και την αδυναμία του διακοσμητικού Andy Fletcher να καλύψει τους κρατήρες που δημιουργούνταν, είχαν αφήσει την ηχογράφηση του Ultra να αραχνιάζει στις κονσόλες των Electric Lady Studios στη Νέα Υόρκη.


Στα μέσα του ’96, πετούν για Λος Άντζελες, όπου ο Martin Gore συμμαζεύει τον Gahan με απειλές προκειμένου να μπει σε αποτοξίνωση. Αντ’ αυτής, εκείνος προτιμά να δοκιμάσει ένα speedball (δημιουργική μείξη κοκαΐνης και ηρωίνης) και το βράδυ της 28ης Μαΐου πέφτει σε κώμα. Η επαναφορά του στη ζωή έφερε και μια δικαστική απόφαση για την υποχρεωτική αποτοξίνωσή του. Όσο ο Gahan ανένηπτε, ο Gore συνέθετε μανιωδώς τα “It’s No Good”, “Home”, “Useless” και “Barrel of a Gun” εμπνεόμενος από το πολυετές φλερτ του φίλου του με την ηρωίνη (σημ. επί χρόνια αρνιόταν ότι ο Dave Gahan ήταν η βασική πηγή έμπνευσής του, μέχρι σχετικά πρόσφατα που το παραδέχτηκε). Λίγους μήνες αργότερα, ο Gahan βγαίνει από την αποτοξίνωση, ολοκληρώνει μαθήματα φωνητικής και μπαίνει στο στούντιο.

Το Ultra κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του ’97 και «σούταρε» κατευθείαν για την κορυφή των βρετανικών και γερμανικών charts. Λίγο τα περίτεχνα electronica ζογκλερικά του έμπειρου Tim Simenon που γέμισαν ιδανικά το κενό που άφησε πίσω του ο Alan Wilder, λίγο τα καλογυαλισμένα φωνητικά του Gahan (εμφανέστατα ιδίως στο “It’s No Good”) και σαφώς οι εμπνευσμένες συνθέσεις του Martin Gore, έβαλαν το άλμπουμ στην ίδια τροχιά της μεγαλοφυούς dance-rock παράδοσης των Music For The Masses και Violator, αυτή τη φορά με το συγκρότημα σε λουστραρισμένο vintage πακέτο.

Προκειμένου να ανασυντάξουν πλήρως δυνάμεις ‒ιδιαίτερα ο ακόμη ευάλωτος Dave Gahan‒ η απόφαση να μην ολοκληρώσουν την εμπορική επιτυχία του άλμπουμ με μια ανάλογου βεληνεκούς περιοδεία ήταν κοινή και απολύτως συνειδητή. Κυρίως,  έδειχνε ότι το γλυκύ έαρ που βίωναν είχαν σκοπό ‒αν μη τι άλλο‒ να προσπαθήσουν να το διατηρήσουν και, γιατί όχι, να το επιμηκύνουν. Δυο συναυλίες στο Λονδίνο και το Λος Άντζελες, με τον τίτλο Ultra Parties, κατεύνασαν ελαφρώς την ανάγκη των οπαδών τους να τους δουν live.

Το 1998 κυκλοφορούσαν τη δεύτερη συλλογή τους, The Singles 86-98 (σημ. περιελάμβανε το εξαιρετικό “Only When I Lose Myself”, από τις ηχογραφήσεις του Ultra)  και ανακοίνωναν τη “Singles” περιοδεία τους (στα παρασκήνια το πιο ‘σκληρό’ που υπήρχε ήταν κόκκινο κρασί, και αυτό υπό το άγρυπνο βλέμμα του συμβούλου αποτοξίνωσης του Gahan).. Ε, και; Ένας σημαντικός πυρήνας των οπαδών τους δεν καθησυχάστηκε από μια ανακεφαλαίωση, πιστεύοντας ότι φανέρωνε αδυναμία για κάτι καινούριο.

Ήρθε και το tribute άλμπουμ For The Masses, με ονόματα όπως οι Cure, Hooverphonic και Smashing Pumpkins να υποβάλουν τα σέβη τους στη μπάντα που τους επηρέασε στη διαμόρφωση του προσωπικού τους ύφους, και πυροδότησε μεταξύ άλλων και εκ νέου καυστικές νύξεις για το επικείμενο τέλος της μπάντας, τόσο στις ιστοσελίδες των επίσημων fan club τους, όσο και στο μουσικό Τύπο.

21st century boys

Το 2000, ο Martin Gore μετακομίζει στην Καλιφόρνια, όπου και ηχογραφήθηκε το μεγαλύτερο μέρος του Exciter. Στο μεταξύ, οι εσωτερικές τριβές που έκαναν τις προηγούμενες ηχογραφήσεις σχεδόν τραυματικές εμπειρίες, είχαν πλέον διευθετηθεί. Ίσως αυτό να ήταν και ένας επιπλέον λόγος που σύσσωμη η μπάντα δήλωνε σε συνεντεύξεις πόσο μα πόσο διασκέδασε στη διάρκεια της ηχογράφησης. Παρότι ο σκοταδισμός φαινόταν πως ανήκε στο παρελθόν, η κλειστοφοβική αισθητική δεν τους εγκατέλειψε (π.χ. “Dream On”, “Freelove”, “Dead Of The Night”).

Το Exciter, χωρίς στιχουργικές εκπλήξεις, αλλά με πιο ενήλικη electro-rock προσέγγιση, τούς πέρασε με επιτυχία στον 21ο αιώνα, μια μοίρα που δεν ήταν γραμμένη για άλλα new romantic σχήματα... Στην Αμερική το άλμπουμ έφτασε μέχρι το Νο.8 των charts, Νο.7 στην Αγγλία, αλλά σε Γερμανία, Σουηδία, Βέλγιο, Γαλλία και –εννοείται‒ Ελλάδα χτύπησε την κορυφή. Μια Exciter Tour περιοδεία κρίθηκε απαραίτητη και... δικαίως, εφόσον τα ταμεία γέμισαν συνολικά από 84 συναυλίες σε 24 χώρες, ανάμεσα σ’ αυτές και η Ελλάδα, στην οποία ήταν η πρώτη φορά που εμφανίστηκαν μετά από 18 χρόνια.



Το 2003 θα μπορούσε να φέρει τη νοερή λεζάντα «η χρονιά με τα solo projects», με τον Martin Gore να κυκλοφορεί το Counterfeit 2, με αξιοπρεπέστατες διασκευές (πλην της ανόητης ερμηνείας του στο “Loverman” του Nick Cave), τον Andy Fletcher να ιδρύει τη δική του δισκογραφική εταιρεία και τον David Gahan να παρουσιάζει το Paper Monsters, που, αναμενόμενα, έβριθε από την εμπειρία των πρότερων καταχρήσεων και την «πνευματική» κάθαρση (στα χνάρια των Mode-ικών άλμπουμ). Την επόμενη χρονιά, κυκλοφορούν τη συλλογή Remixes 81-04.

Εκτός του ότι δημιουργούσε μια δισκογραφική κινητικότητα ανάμεσα στο Exciter και στο επόμενο άλμπουμ τους, το ουσιώδες ήταν ότι επρόκειτο για μια σπουδαία μουσική αυτοβιογραφία τους που, ταυτοχρόνως, ήταν και μια ιστορική αναδρομή της πορείας του remixing, μεταξύ πολλών δια χειρός Goldfrapp, Dave Bascombe και Mike Shinobi (σημ. η τραχύτητα με την οποία απέδωσε το “Enjoy The Silence” δημιούργησε ένα νέο, εμπνευσμένο, single).

Και ερωτώ: Πώς μια μπάντα μπορεί να συνεχίζει να ικανοποιεί ένα κοινό επαναλαμβάνοντας το ίδιο μοτίβο, χωρίς να μπουχτίζει ως παρωχημένη κοινοτυπία; Όσοι αφυδατώθηκαν από την προσμονή για το Playing The Angel, επιβραβεύθηκαν πανηγυρικώς. Στα 45 τους πλέον και με σχεδόν 25 χρόνια δισκογραφίας στις πλάτες τους, οι Depeche Mode (ξαναματα)κατάφεραν αυτό που άλλες μπάντες της γενιάς τους δεν μπόρεσαν καν να ονειρευτούν: άλλον έναν δίσκο εξαιρετικό για τους γνώστες της μουσικής τους και αρκετά καλό για όσους έρχονταν σε πρώτη επαφή με το συγκρότημα, που συνδύαζε τα crème de la crème στοιχεία της δισκογραφίας τους συν έναν Martin Gore σε απόλυτη καλλιτεχνική φόρμα.

Οι καλύτερες ποιότητες του Songs Of Faith and Devotion, του Violator και του Exciter συγκεντρώθηκαν και επανεφευρέθηκαν σε μια ακρόαση που απαιτούσε να την κατεβάσεις σα σφηνάκι. Εκτός από το “Precious” (με παραπομπές στο “Enjoy The Silence”) που έγινε αυτομάτως radio hit και εκτός συνόρων, τα “John The Revelator” (ξεσηκώνει μνήμες από “Master and Servant”), το “Pain That I’m Used To” (πατά στο ρυθμικό “Barrel Of A Gun”) και το techno καρδιοχτύπι του “Suffer Well” πλαισίωναν τις πιο κλασικές στιγμές του άλμπουμ. Το Playing The Angel έφτασε στο Νο.1 σε 16 χώρες, εντούτοις ήταν περίεργο το πώς οι πωλήσεις του έφταναν μόλις τα 3,6 εκατομμύρια αντίτυπα (σημ. πού να φτάσει τα οκτώ του Violator!). Η υποτονικότητα ήταν κατανοητή ένεκα κρίσης στις πωλήσεις δίσκων παγκοσμίως, ενώ την ίδια στιγμή σημείωναν υψηλή προπώληση εισιτηρίων για την περιοδεία που θα ακολουθούσε (σημ. συνολικά πάνω από 300.000 εισιτήρια έξι μήνες πριν την έναρξη του Touring The Angel).Σε μια εποχή που το downloading εισήγαγε νέα δεδομένα στη διεθνή μουσική αγορά, ακόμα και μια megastar μπάντα όπως οι Depeche Mode όφειλε να συντονιστεί με αυτά προκειμένου να συνεχίσει να εξαργυρώνει το μύθο της, όσο ακόμα αυτός βρίσκεται σε ισχύ.

Το 2009, το Sounds Of The Universe ήταν διαθέσιμο και μέσω ενός iTune Pass, όπου ο ενδιαφερόμενος μπορούσε σταδιακά να αγοράζει μεμονωμένα τα κομμάτια μέχρι την επίσημη κυκλοφορία του άλμπουμ. Ο εκσυγχρονισμός δισκογραφίας/τεχνολογίας έστειλε το Sounds Of The Universe στο Νο1 σε 21 χώρες, ενώ η θετική απήχηση που είχε του χάρισε και υποψηφιότητα για Grammy στην κατηγορία Best Alternative Album. Σε μια χρονική στιγμή που η Tour of The Universe θεωρείτο σίγουρο ότι θα απέφερε επιπλέον έσοδα, μια ατυχής σειρά από θέματα υγείας του Dave Gahan οδήγησε σε ακυρώσεις συναυλιών (μία εξ αυτών και της Αθήνας). Η περιοδεία ξεκίνησε πάλι το 2010, με τους Depeche Mode να κερδίζουν ξανά έδαφος τόσο με τις sold-out εμφανίσεις τους, όσο και με το βραβείο του Best International Group στα Echo Awards στη Γερμανία, επικυρώνοντας το δυναμικό τους παρόν, ίσως και μέλλον.

Για το Delta Machine, που ακολούθησε το 2013, οι γνώμες διίσταντο όταν κυκλοφόρησε (αλλά ακόμα και σήμερα, και εντός του Avopolis). Σίγουρα δεν μας ενθουσίασε το νέο άλμπουμ. Αλλά, να, όπως ανέφερε ο Χάρης Συμβουλίδης στην κριτική του στο Sonik, σαν να αποκαταστήσαμε σχέσεις με τους Gahan, Gore & Fletcher. Ειδικά τα σκοτάδια στις βαρύτονες ερμηνείες του πρώτου, διέθεταν ξανά κάτι. Κάτι ασφαλώς που «μυρίζει» παρελθόν, εϊτίλα για την ακρίβεια, Violator ίσως. Αναπόφευκτη, ωστόσο, η επιστροφή προς τα πίσω για μια τέτοια μπάντα, κάθε συντήρηση μύθου είναι ό,τι λέει η λέξη: μια συντηρητική ενέργεια. Το πράγμα πάντα κρίνεται στο αν αποφεύγεις τη χλιαρότητα, αν διατηρείς την πειθώ σου, αν ανανεώνεις την εμπιστοσύνη (των φανατικών, έστω) στις δημιουργικές σου δυνάμεις. Single ρουτίνας σαν το “Heaven” και παραγωγοί σαν τον Ben Hiller, οι οποίοι δουλεύουν με λογική διαχειριστή και όχι ξεσηκωτή (τα ίδια έκανε και στο Think Tank των Blur), δεν έχουν να πουν τίποτα για τέτοια θέματα. Έχει όμως –όπως έμπρακτα αποδεικνύεται εδώ– η στόφα αυτού του συγκροτήματος. Ακόμα κι αν (εύλογα;) υποθέσουμε ότι χρειάστηκε μια κλωτσιά στα παΐδια από τον Christoffer Berg για να ενεργοποιηθεί...

Οι εκπλήξεις

Θα συνεχίσουμε το αφιέρωμα με το νέο τους άλμπουμ, το Spirit, αλλά δεν θα τελειώσουμε εδώ. Θα πάρουμε μια μεγάλη δόση από Depeche Mode, με ειδικά αφιερώματα που θα ακολουθήσουν, μέχρι να φτάσουμε στο live τους, την 17η Μαϊου. Σας είχαμε πει τις προηγούμενες ημέρες για τις εκπλήξεις που ετοιμάζει ο χορηγός της συναυλίας, η Visa. Λοιπόν, ήγγικεν η ώρα: ένας υπερτυχερός θα έχει την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά το αγαπημένο του συγκρότημα (ανεκτίμητης αξίας αυτό το δώρο, θέλουμε κι εμείς)! Ακόμα, πολλοί τυχεροί θα κερδίσουν 10€ έκπτωση στο εισιτήριό τους. Ετοιμάζονται όμως και διαγωνισμοί, πολλές εκπλήξεις, αλλά και δώρα (όπως προπληρωμένες κάρτες Visa, merchandise, μπύρες κτλ.) που θα περιμένουν τους χρήστες καρτών Visa κατά τη διάρκεια της συναυλίας. Με τη Visa, άλλωστε, είσαι πάντα κερδισμένος!

dmlive.jpg

Οι λεπτομέρειες

Η Visa, στα πλαίσια της χορηγίας της, δίνει την ευκαιρία σ’ έναν μεγάλο τυχερό, παρέα με ένα φίλο / φίλη του, να γνωρίσει από κοντά το θρυλικό συγκρότημα σε ένα μοναδικό “meet & greet”, λίγες ώρες πριν την συναυλία, καθώς επίσης και σε 1.000 νικητές να κερδίσουν 10€ έκπτωση στην αξία του εισιτηρίου τους, με επιστροφή των 10€ στην κάρτα τους. Το μόνο που χρειάζεται να κάνουν για να συμμετέχουν στη σχετική κλήρωση, είναι να αγοράσουν το εισιτήριό τους για τη συναυλία των Depeche Mode την Τετάρτη 17 Μαΐου στο TerraVibe Park από 07.04-07.05 με Visa. Περισσότερα, εδώ - όσον αφορά δε στα σημεία προπώλησης, αυτά είναι τα Ticket House, Musicland και ticketpro.gr. Stay tuned, για περισσότερες λεπτομέρειες και φυσικά για περισσότερους, αγαπημένους Depeche Mode!

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Featured