search

ΑΡΘΡΑ

Δίσκοι ως σάουντρακ για φανταστικές ταινίες, φουτουριστική νουάρ αισθητική και φαντασμαγορικά synths. Αν θέλετε να νιώσετε για λίγο σταρ ενός b-movie, κλείστε τα μάτια και βουτήξτε χορεύοντας στο πολύχρωμο σύμπαν της Italians Do It Better...

Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι μπορούν να εντοπίσουν την έμπνευση που επιθυμούν στις πιο απίθανες γωνίες και να πυροδοτήσουν τη δημιουργικότητά τους με ένα πολυδιάστατο κράμα πολιτισμικών υλικών, φτιάχνοντας κάτι καινούριο. Ο παραγωγικότατος και καλλιτεχνικά υπερδραστήριος Johnny Jewel έχει πετύχει ακριβώς αυτό μέσω της δισκογραφικής του, την Italians Do It Better. Έχει ρίξει στο καμβά όλα εκείνα τα στοιχεία που συνιστούν κάτι cult: αισθητική από film noir και b-movies, ευρωπαϊκή ηλεκτρονική μουσική και ιταλική disco, sci-fi synths και ρετρό κινηματογραφική ατμόσφαιρα. Τελικά προκύπτει ένα απόλυτα διακριτό label, με έντονη ταυτότητα και με εντελώς δικούς του αισθητικούς κανόνες και λειτουργίες. Πριν όμως η Italians Do It Better φτάσει να θεωρείται μία από τις πιο ιδιαίτερες δισκογραφικές της σύγχρονης μουσικής βιομηχανίας, προηγήθηκε μια σειρά από ενδιαφέρουσες ανθρώπινες ιστορίες.

Το σενάριο λοιπόν ξεκινάει στο New Jersey, το 1993, όταν ο Mike Simonetti  ιδρύει τη δισκογραφική Troubleman Unlimited, ως μία προσπάθεια να συγκεντρώσει το αχανές του σύνολο από μουσικές προτιμήσεις και επιρροές σε μία στέγη. Έτσι η εταιρεία άρχισε να υπογράφει και να κυκλοφορεί δίσκους από ονόματα με εντελώς διαφορετικό ήχο: από noise hardcore μπάντες όπως οι Unwound και οι Rorschach, μέχρι καινοτόμα post-punk σχήματα σαν τους Erase Errata· και από το ψυχωμένο indie των Walkmen, μέχρι νεογκόθ παρουσίες όπως αυτή της Zola Jesus. 

Η Troubleman Unlimited πάντα έβρισκε γοητεία στο περιθώριο, στο απρόσιτο και στο μουσικά απαιτητικό. Tο όραμα του Simonetti ήταν λοιπόν να αναζητά καλλιτέχνες που αντλούσαν έμπνευση από πολλαπλές πηγές του παρελθόντος για να παράξουν έναν ιδιαίτερο, πρωτοπόρο ήχο, ικανό να οδηγήσει τη σύγχρονη μουσική στο μέλλον. Αυτές τις αρετές διέκρινε λοιπόν και στους Glass Candy, το σχήμα που δημιούργησε το 1996 ο Johnny Jewel μαζί με την Ida No, όταν γνωρίστηκαν στο μανάβικο όπου εργαζόταν ο πρώτος, στο Portland. 

Η γνωριμία ήταν εκρηκτική και άρχισαν ευθύς αμέσως να γράφουν μουσική μαζί. Εκτός όμως από μερικά χορευτικά σινγκλάκια που σε κάποια άλλη εποχή, σε κάποια εξωτική χώρα, θα γίνονταν χιτάκια, δεν είχαν προσφέρει κάτι παραπάνω μέχρι και το 2002, όταν και κυκλοφόρησε το ντεμπούτο τους Love, Love, Love: ένα χορευτικό post-punk διαμαντάκι, το οποίο έβαλε τη συνθετική ιδιοφυΐα και τις παθιασμένες ερμηνείες της Ida για τα καλά στον μουσικό χάρτη. Μετά από μερικά ακόμη singles και 2 EP του νέου, αρκετά πιο φιλόδοξου σχήματος του Jewel –των Chromatics– ο ίδιος συνειδητοποίησε πως η δισκογραφική του φίλου του πια Simonetti, τον έπνιγε. Ήθελε να αποκτήσει τη προσωπική του καλλιτεχνική ελευθερία. 

Έτσι λοιπόν, μαζί με τον ενθουσιασμένο Simonetti, δημιούργησαν το 2006 την Italians Do It Better με κύρια έδρα το Portland –όνομα το οποίο προκύπτει από τις ιταλικές ρίζες που μοιράζονταν οι δυο τους. Η ευφυής κίνηση του Jewel ήταν να επιλέξει ως πρώτη κυκλοφορία της νεοσύστατης εταιρείας μια συλλογή με το όνομα After Dark: εμπεριείχε κομμάτια από ονόματα που είχαν υπογράψει στην Italians Do It Better και αποτελούσαν ιδανικούς πρεσβευτές της κινηματογραφικής αισθητικής με την οποία ήθελε να τη νοτίσει. Η συλλογή ήταν ένα φανταχτερό συνοθύλευμα τροπικής house και synth-pop από τα projects του Jewel (Glass Candy, Chromatics, Mirage), αλλά και του στενού του συνεργάτη, Professor Genious.

Indiestopia11_2.jpg

Η επόμενη βασική κυκλοφορία ήταν το δεύτερο άλμπουμ των Glass Candy B/E/A/T B/O/X (2007), που τους βρήκε να ακρωτηριάζουν τις post-punk νόρμες με τις οποίες μας είχαν συστηθεί, αγκαλιάζοντας τον νέο ήχο που οραματιζόταν ο Jewel, δηλαδή ένα σέξι synth σμίλευμα, ιδρωμένο από τον χορό και αστραφτερό από τα glitters. Η πρώτη όμως πραγματικά εξαιρετική έκδοση της Italians Do It Better ήταν το ντεμπούτο των Chromatics, Night Drive (επίσης 2007). Ο Jewel συμμετείχε σ' αυτό κυρίως ως παραγωγός, πλημμυρίζοντάς το με τη χαρακτηριστική αύρα της δισκογραφικής του, ήταν δε ένα άλμπουμ γεμάτο synth-punk γλυκίσματα και δολώματα για νυχτερινή οδήγηση, ώστε να ψάξεις το «άλλο σου μισό». Επόμενη ενδιαφέρουσα κυκλοφορία, το ντεμπούτο ενός ακόμα νέου project του Jewel με τη Nat Walker των Chromatics και τη Megal Louise, το ΙΙ των Desire (2009). Τα αιθέρια φωνητικά της Louise εξερευνούσαν τις ηλεκτρονικές ευαισθησίες του Jewel με μια ονειρική προσέγγιση: αν το synth-punk ήταν η βασική μουσική ετικέτα της δισκογραφικής, τότε οι Desire χάιδευαν θεατρικά μόνο τα synth σπλάχνα αυτής.

Κάθε εταιρεία έχει μία χρονιά που τη στιγματίζει. Για την Italians Do It Better, λοιπόν, ήταν το 2011. Σε μία καλλιτεχνική και ευρύτερα πολιτισμική ευθυγράμμιση, ο Δανός σκηνοθέτης Nicolas Winding Refn –έχοντας ακούσει τις δουλειές του Jewel και συνειδητοποιώντας πόσο πολύ θα δέσουν με το film noir έργο του– του ζήτησε να αναλάβει το σάουντρακ της ταινίας Drive. Μπορεί αρχικά να μην προκρίθηκαν όσα προέκυψαν από τη συνεργασία του με τη Nat Walker σε ένα νέο synth σχήμα ονόματι Symmetry, επιλέχθηκαν όμως το "Under Your Spell" από το ντεμπούτο των Desire, αλλά και το "Tick Of The Clock" των Chromatics. Το πρώτο έγινε σήμα κατατεθέν τόσο του φιλμ, όσο και της μελλοντικής πορείας της δισκογραφικής. Ο Jewel δεν θα μπορούσε να βρει ιδανικότερο τρόπο για να κάνει το μεγάλο βήμα, χωρίς αισθητικές ή ιδεολογικές εκπτώσεις. 

Indiestopia11_3.jpg

Ξαφνικά, το "Under Your Spell" άρχισε να εμφανίζεται σε αμέτρητους Facebook τοίχους, ενώ επιδραστικά blogs όπως το Gorilla vs Bear άρχισαν να αγκαλιάζουν και να επαινούν οτιδήποτε είχε σχέση με την Italians Do It Better και το προορισμένο της για cult δόξες στοιχείο. Το breakthrough ήταν γεγονός και το κινηματογραφικό, italian synth-punk ήταν κάτι που άρχισε να φοριέται πολύ το φθινόπωρο του 2011 στους εναλλακτικούς κύκλους. Αλλά και ο Jewel, ως όφειλε, δεν άφησε την ευκαιρία να γίνει «καπνός και χρυσόσκονη», για να χρησιμοποιούμε την ορολογία της δισκογραφικής. Εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο την ασυγκράτητη φόρα από τον χαμό γύρω από το "Under Your Spell", κυκλοφορώντας τα δύο σημαντικότερα και ποιοτικότερα άλμπουμ της εταιρείας του, μέχρι σήμερα τουλάχιστον. 

Αρχικά, οι ανολοκλήρωτες ιδέες των Symmetry μετατράπηκαν στο παγωμένο, ηλεκτρονικό  φουτουριστικό μωσαικό του Themes For An Imaginary Film, το οποίο θα ήταν ιδανικό για ένα sci-fi road movie ατελείωτης βραδινής οδήγησης, με ανάλογο τίτλο. Όπως και το Drive, το άλμπουμ απέκτησε εντροπικές cult τάσεις: από απλός ψίθυρος, γιγαντώθηκε αστραπιαία κερδίζοντας πολλούς fans, αναδεικνυόμενο έτσι σε ένα από τα πιο ολοκληρωμένα ηλεκτρονικά άλμπουμ της τελευταίας 5ετίας. Στη συνέχεια ήρθε και το δεύτερο άλμπουμ των Chromatics να τελειώσει τη δουλειά: με 16 κομμάτια και διάρκεια 1 ώρα και 17 λεπτά, με εισαγωγή τη διασκευή στο "Into The Black" του Neil Young και με μία δυσεύρετη, εθιστική ροή, το Kill For Love αγαπήθηκε τόσο από τα blogs, όσο και από τους μουσικόφιλους, αποτελώντας ιδανικό καλοκαιρινό σάουντρακ. Το μομέντουμ έφτασε κατόπιν στην κορύφωσή του με τη 2η After Dark συλλογή, επισφραγίζοντας το δημιουργικό ζενίθ της αμερικάνικης δισκογραφικής.

Εντωμεταξύ, ο Mike Simonetti δεν είχε μείνει ανενεργός –ακριβώς το αντίθετο, θα έλεγε κανείς. Μέσα από κάμποσα πειραματικά σχήματα (και περίεργα ονόματα) κυκλοφορούσε σινγκλάκια, εξερευνώντας διάφορες γωνίες του ηλεκτρονικού ήχου. Το ΕΡ Capricon Rising, για παράδειγμα, είναι ένα καλό παράδειγμα της εκτόνωσης των house επιρροών του. Το 2014 αποφάσισε να αποχωρήσει από την Italians Do It Better οικογένεια, καθώς δεν ένιωθε οικεία  πια. Βρήκε όμως στο πρόσωπο της Elizabeth Wight των Silver Hands τη μούσα του για να δημιουργήσει το ηλεκτρονικό σχήμα Pale Blue. Το ντεμπούτο τους The Past We Leave Behind κυκλοφόρησε τον φετινό Φεβρουάριο, μέσα από τη νέα του δισκογραφική 2MR, σε συνεργασία με την Captured Tracks· και τον βρίσκει σε εξαιρετική φόρμα.

Μέσα στο 2015 κυκλοφόρησε επίσης το σάουντρακ του Jewel για την πρώτη σκηνοθετική απόπειρα του Ryan Gosling με τίτλο Lost River, ενώ αναμένονται τα νέα άλμπουμ των Chromatics αλλά και των Glass Candy –και, μετά την επιτυχία των πρώτων, θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε αν θα καταφέρουν να επιστρέψουν εξίσου εντυπωσιακά. Αν βασιστούμε πάντως στα πρώτα singles, τότε οι προθέσεις δείχνουν ίδιες: ονειρική ατμόσφαιρα, επουράνια φωνητικά, ξεθωριασμένες μελωδίες. 

Η δισκογραφική από το Portland έχει λοιπόν βρει εκείνο το soft spot στον μουσικό χάρτη, χτίζοντας έναν ήχο για ευαίσθητες υπάρξεις που ψάχνουν μελαγχολικά σάουντρακ για να ντύσουν τις καθημερινές εικόνες και τα βιώματά τους –γενόμενοι, έστω για λίγο, οι πρωταγωνιστές στην ταινίας της ζωής τους. Μπορεί όλα γύρω μας να γίνονται κυνικά (ειδικά στη μουσική βιομηχανία), αλλά είναι ανακουφιστικό να συνειδητοποιείς πως υπάρχουν καλλιτέχνες που μεταφέρουν στη δουλειά τους τον ρομαντισμό τους αδιαπραγμάτευτα και δοτικά. Αρκετοί από αυτούς έχουν συγκεντρωθεί στο cult βασίλειο της Italians Do It Better.

Προτεινόμενη δισκογραφία:

Glass Candy – B/E/A/T B/O/X (2007)

Symmetry – Themes For An Imaginary Film (2011)

Chromatics – Kill For Love (2012)