search

ΑΡΘΡΑ

Καθώς σιγά-σιγά αποχαιρετούμε το φετινό καλοκαίρι, στεκόμαστε σε μερικά δισκογραφικά στιγμιότυπα αφιερωμένα στη Θάλασσα...

Χιλιοτραγουδισμένη και πολυθρύλητη, η Θάλασσα είναι σίγουρα αναπόσπαστο κομμάτι του μεσογειακού θέρους. Τόπος των πιο ζωηρών καλοκαιρινών αναμνήσεων για τους περισσότερους από εμάς τους στεριανούς της Μεσογείου, που συντρέχουμε στις ακτές της (ως «θαλασσινοί εξ απαλών ονύχων», που έλεγε ο Εμπειρίκος) για λελογισμένες δόσεις γαλήνης, ξεγνοιασιάς ή περιπέτειας.



Σίγουρα δεν πρόκειται για καμιά φοβερά πρωτότυπη ιδέα, όμως θα αποχαιρετίσουμε το καλοκαίρι με ένα μικρό αφιέρωμα σε εκείνη. Θα σκαλίσουμε, δηλαδή, υλικές και ψηφιακές δισκοθήκες για να βρούμε μουσικές που την αφορούν, που την τραγουδούν, που γράφτηκαν για αυτήν ή με αφορμή αυτήν, έχοντας κατά νου ότι η θάλασσα δεν είναι μόνο αγαλλίαση, χαρά και ηδονή, είναι επίσης και μητέρα μυθικών τεράτων, τόπος επικών αναμετρήσεων και ανείπωτων τραγωδιών (όπως οι ιστορίες τόσων ανθρώπων που προσπαθούν καθημερινά να τη διασχίσουν για ένα, έστω κατ’ ελάχιστο, ασφαλέστερο μέλλον). Είναι κάλεσμα και απειλή, ταυτοχρόνως.

Και αφού είμαστε ακόμα στην αρχή, ταιριάζει μια ωδή προς τη θάλασσα, όπως τη συνέθεσαν οι Cinematic Orchestra –αν και εδώ θα την ακούσουμε στην εκδοχή την οποία ηχογράφησε στα στούντιο του BBC ο σαφώς προσφιλέστερος στον γράφοντα Matthew Halsall.



Η θάλασσα είναι λοιπόν πρωτίστως η υπόσχεση, οι δυνατότητες που μοιάζουν όλες ανοιχτές όταν ακόμα βρισκόμαστε στο λιμάνι, έτοιμοι να αφήσουμε πίσω μας τη στεριά, συνεπαρμένοι από την έξαψη του επικείμενου φευγιού. Να και μία ευχή, κατάλληλη για όλες τις κυριολεκτικές και μεταφορικές χρήσεις της, διά χειρός Fred Frith, σε έναν από τους πρώτους δίσκους (αν όχι στον πρώτο) που έγραψε στις χορδές της ακουστικής του κιθάρας ο σπουδαίος αυτός πειραματιστής. Ας πλεύσουμε…



Κι αν κάποτε ο Γιώργος Ιωάννου έγραφε ότι το ταξίδι με το τραίνο κάνει κάποια στιγμή τους ταξιδιώτες «τόσο απαλούς και αφημένους», έχοντας ήδη φύγει αλλά μην έχοντας ακόμα φτάσει, τι θα μπορούσαμε να πούμε για το ταξίδι που συμβαίνει στο ρευστό τερέν της θάλασσας; Η ναυτία παίζει, βεβαίως, αλλά δεν είναι ακόμα η ώρα της. Προς το παρόν βρισκόμαστε στη στιγμή εκείνη κατά την οποία ο στεριανός αρχίζει να αισθάνεται ταξιδιώτης και από νευρικός άνθρωπος ενός ζεστού διαμερίσματος της πόλης γίνεται, καθώς βλέπει τη στεριά να ξεμακραίνει, ένας προσωρινός κάτοικος της θάλασσας. Τώρα, με όλα τα σημεία του ορίζοντα να καλύπτονται από νερό, ο φίλος μας βρίσκει τη γωνιά του σ’ αυτήν την προσωρινή, πλωτή πολιτεία. Κι αφημένος σε ό,τι επιλέξει (κουβέντες, σκέψεις και ρεμβασμούς, βιβλία ή μουσικές), ανακαλύπτει ότι ο χρόνος είναι, επιτέλους, ακέραιος· δικός του.



Φυσικά, η θάλασσα είναι οι συμβολισμοί της, το ταξίδι, η περιπέτεια, το άγνωστο, ο έρωτας. Βεβαίως κι ο έρωτας, καθώς στην καλή του εκδοχή περικλείει τα τρία ουσιαστικά που προηγούνται. Κάτι τέτοιο θέλει μάλλον να μας πει ο Anthony Joseph, γνήσιο τέκνο της Καραϊβικής, ο οποίος ψάχνει στο υγρό στοιχείο (εκεί όπου «no single ship can navigate through all her secrets») για να βρει «εκείνη», την υπερβατική προσωποποίηση του πόθου. Η κατάληξη, γνωστή: «who can ignore the blood?». Ωστόσο η ίδια η διαδρομή έχει τη σημασία της.



Ας μείνουμε στους δύο στίχους του Joseph. Αν προεκτείνουμε λίγο τον πρώτο, δεν θα δυσκολευτούμε να ακούσουμε μέσα του τον απόηχο των αναμετρήσεων του ανθρώπου με ό,τι τον υπερβαίνει, όπως τις εξιστορούσε ο Ισμαήλ του Herman Melville ή όπως έχουν περάσει στην ποπ κουλτούρα –εκφρασμένες, φερ’ ειπείν, από τους King Crimson ή πιο πρόσφατα από τους Motorpsycho και τον Ståle Storløkken στον επικό τους θρίαμβοThe Death Defying Unicorn. Στο “Through Τhe Veil” που ακολουθεί, ακούμε τον ναύτη της ιστορίας να αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι το ταξίδι του δεν είναι ακριβώς μια βόλτα στο πάρκο...



Σ’ ένα τέτοιο ταξίδι, όπου η πλοήγηση είναι αδύνατη, ο άνθρωπος δεν έχει καμία ελπίδα να κάμψει τη θέληση της θάλασσας και του αέρα. Ο προηγούμενος ναύτης περνάει με τους συντρόφους του από το μυθικό ποτάμι της Λήθης, προτού παραδεχτεί την υποταγή του και ενωθεί εκστασιασμένος με την πλάση, γνωρίζοντας πως μόνο έτσι μπορεί πραγματικά να αψηφήσει τον θάνατο. Οι Mono δεν φτάνουν ως εκεί, μας κρατάνε στις στιγμές της αγωνίας, βάζοντας στην εικόνα ένα λιμάνι (το αρχετυπικό καταφύγιο), το οποίο πάντοτε παραμένει αθέατο ή ένα που πάντοτε ξεμακραίνει σε κάθε απόπειρα προσέγγισης –όπως η όαση και το τρεχούμενο νερό στις ψευδαισθήσεις ενός ναυαγού της ερήμου.



Όσο για τα μυστικά, αυτά μπορούμε να τα σκεφτούμε και καθέτως, όχι μόνο οριζοντίως. Σκεφτόμενοι, δηλαδή, τα απέραντα ωκεάνια βάθη, εκεί όπου η ζωή αραιώνει, κινούμενη στο διαρκές και αδιαπέραστο σκοτάδι. Αραιώνει, αλλά δεν παύει, καθώς εκείνα τα μέρη ανήκουν στα μυστηριώδη τους πλάσματα, τα οποία καταφέρνουν να διατηρούν τη ζωή εκεί όπου μοιάζει περισσότερο αδύνατη. Από εκεί πέρασαν και οι Γερμανοί Ocean, χαρτογραφώντας μία προς μία τις στρώσεις του θαλάσσιου βάθους στον δίσκο Pelagial του 2013.



Κι από την άλλη, η θάλασσα είναι ένα σύνορο (αδιαπέραστο για τους περισσότερους πριν κάποιους αιώνες). Στέκει εκεί, ταραγμένη ή γαλήνια, ως μια αδιάψευστη και κατηγορηματική επιβεβαίωση της απόστασης: ως η διαφορά του εδώ από το εκεί, του μαζί και του μόνος, του ονείρου και της πραγματικότητας. Διότι είναι γνωστό, δεν μπορούν όλες οι αποστάσεις να διανυθούν.



Η θάλασσα λοιπόν είναι πολλά, όλα τα παραπάνω κι άλλα τόσα. Είναι «η πιο διάφανη από τις μαρτυρίες», σύμφωνα με τη διάσημη φράση του ιστορικού Fernand Braudel. Η θάλασσα είναι «μέσα μας», όπως την ήθελε η ομώνυμη ταινία του Alejandro Amenábar· η θάλασσα είμαστε εμείς, οι διαδρομές μας, εκεί όπου συναντιόμαστε κι εκεί όπου χωρίζουμε. Καθώς «περάσαμε κάβους πολλούς πολλά νησιά τη θάλασσα που φέρνει την άλλη θάλασσα», όπως το έγραψε ο Σεφέρης και μας υπενθύμισε ο Costinho/Κώστας Ζουλιάτης στον πρόσφατο, θαυμάσιο δίσκο του. Είμαστε «αυτή» η θάλασσα, αλλά πάντοτε είμαστε και η «άλλη».

Ακούστε το “Mother Sea” του τελευταίου εδώ.