Βαγγέλης Πούλιος

φωτογραφίες: Σταύρος Πετρόπουλος

Μια σπάνια ευκαιρία προσέφερε η Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών για να ακούσουμε από κοντά έναν από τους πιο επιδραστικούς ανθρώπους στην ιστορία της ευρύτερης ποπ κουλτούρας, τον μεγάλο Brian Eno (όσοι και όσες κυκλοφορούσαν στο Κουκάκι το μεσημέρι της Τρίτης, ίσως μάλιστα τον πέτυχαν να βολτάρει στη Βεΐκου ή στη γύρω περιοχή). Μία ομιλία κι ένα ηχητικό installation τα οποία προσφερόταν άνευ αντιτίμου, με μία απλή κράτηση στην ιστοσελίδα της Στέγης. Προφανώς, με το που έπεσε σύρμα ότι άνοιξε το σύστημα των κρατήσεων, η Κεντρική Σκηνή γέμισε εν ριπή οφθαλμού. Κοινώς, όποιος πρόλαβε τον Κύριο είδε (άλλο αν τελικά υπήρχαν λίγες άδειες θέσεις, τουλάχιστον στον πρώτο εξώστη όπου στρώθηκε η αφεντιά μου).

Eno_2.jpg

Μας είπε πάντως πολλά και ενδιαφέροντα ο Eno, σε μία συζήτηση με τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Στέγης, τον ευρυμαθή Χρήστο Καρρά, η οποία κράτησε περίπου 1,5 ώρα. Μας μίλησε για πολιτική, για την τέχνη γενικά και τη δική του ειδικότερα, για τον Τιτανικό και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Terry Riley και τον Tony Allen, τον ατομικισμό και τη συλλογική ευφυΐα, την ελεύθερη αγορά, τον Donald Trump, τον Jeremy Corbyn και το Brexit. Σημειωτέον ότι ο κορμός της συζήτησης χτίστηκε πάνω στις δεκάδες ερωτήσεις του κοινού (με την ηλεκτρονική κράτηση θέσης, το σύστημα της Στέγης σου έδινε τη δυνατότητα να απευθύνεις τη δική σου)· ερωτήσεις που, όπως είπε χαριτολογώντας ο Eno, αν απαντιόνταν μία προς μία, θα είχε τελικά στα χέρια του το βιβλίο εκείνο το οποίο για χρόνια προσπαθεί να γράψει.

Eno_3.jpg

Βέβαια, όποιος/α είχε δει κάποια από τις ομιλίες του Eno που κυκλοφορούν στο YouTube, δεν πρέπει να ξαφνιάστηκε με τις τοποθετήσεις του. Ούτε με το γεγονός ότι η πολιτική και η ιστορία καταλαμβάνουν σημαντικό μέρος της σκέψης του. Ο ίδιος, ασφαλώς, δεν είναι (ούτε καμώνεται πως είναι) θεωρητικός· είναι ένας σκεπτόμενος καλλιτέχνης, ίσως λιγάκι εστέτ, ίσως πλέον και κάπως λιγότερο προωθημένος απ’ όσο θα ήθελε ο ίδιος να είναι, πάντως ένας άνθρωπος με χιούμορ και στιβαρό, μεστό λόγο.

Η συζήτηση ξεκίνησε με το The Ship, το άλμπουμ το οποίο κυκλοφόρησε την άνοιξη στη Warp (εδώ θα βρείτε τη σχετική κριτική του Ανδρέα Κύρκου) και αποτελεί τη βάση της ηχητικής εγκατάστασης που θα είναι στημένη στο πρώτο υπόγειο της Στέγης έως τις 23 Οκτωβρίου. Στάθηκε αρχικά στα πώς και τα διότι του όλου πρότζεκτ· στο ότι αποφάσισε να τραγουδήσει λίγο-πολύ λόγω βαρεμάρας και, πράττοντάς το, ανακάλυψε ότι η φωνή του είχε μετατοπιστεί λιγάκι προς το χαμηλό φάσμα συχνοτήτων –αποτέλεσμα κι αυτό της ηλικιακής του ωρίμανσης.

Eno_4.jpg

Αναφέρθηκε επίσης στους «αφανείς ήρωες της ποπ κουλτούρας», τα ηχεία, επισημαίνοντας πως τελικά ακούμε περισσότερο τις δικές του ιδιοτροπίες και κατασκευαστικές ευστοχίες ή αστοχίες, παρά τον ήχο ο οποίος γράφεται και επεξεργάζεται σε κάποιο στούντιο του Δυτικού κόσμου. Η εγκατάσταση The Ship, άλλωστε, έχει να κάνει με τις δυνατότητες των 24 ηχείων από τα οποία διοχετεύεται το σχεδόν ωριαίο μουσικό έργο. Αξίζει νομίζω να πάτε σε ώρα που δεν θα βρείτε πολύ κόσμο, για να βυθιστείτε στις αναπαυτικές μαξιλάρες και στο σκοτάδι της αίθουσας, ώστε να αντιληφθείτε στην πλήρη της έκταση τη λεπτομερή ηχητική αρχιτεκτονική του The Ship, αλλά και το δράμα το οποίο εξιστορεί.

Γράφοντας πάντως τη φωνή του μέσα στο τρισδιάστατο ηχητικό περιβάλλον της μουσικής, ο Eno σημείωσε κάτι πολύ ενδιαφέρον: ότι αισθανόταν σαν να βρίσκεται μέσα στη μουσική· ότι δεν είχε μια σχέση εξωτερικότητας ως προς εκείνη, όπως γίνεται συνήθως όταν κανείς πατάει πάνω σε ένα ήδη ηχογραφημένο υλικό. Και μάλλον ένας από τους στόχους της εγκατάστασης είναι ακριβώς το να βάλει τον ακροατή και την ακροάτρια μέσα στη μουσική, να τους αφήσει να πάρουν τους κυματισμούς και τις αναπνοές της. Στόχος ο οποίος επιτυγχάνεται.

Eno_5.jpg

Πάντως σ’ αυτό το σημείο, στον ενθουσιασμό δηλαδή τον οποίον έδειξε μιλώντας μας για τον τρισδιάστατο χώρο που διανοίγουν τέτοιες πολυεστιακές ηχητικές εγκαταστάσεις (αλλά και στο τι όντως μας δίνει με το The Ship), θα μπορούσαμε να στηρίξουμε ό,τι γράφτηκε παραπάνω –πως ο Eno δεν είναι πλέον ακριβώς η αιχμή των εξελίξεων. Λογικό, θα μου πείτε, 68 χρονών έχει φτάσει ο άνθρωπος, και στο κάτω-κάτω έχει υπάρξει εκεί για τόσα χρόνια, ώστε δικαιούται των μικρών αυτών ψευδαισθήσεων. Πάντως θα πρέπει να επισημανθεί ότι μια τέτοια εστίαση στο τρισδιάστατο της ηχητικής εμπειρίας έχει δουλευτεί ήδη αρκετά στο avant garde. Μάλιστα, η ίδια η Στέγη έχει παρουσιάσει αντίστοιχα εγχειρήματα εγχώριων και μη καλλιτεχνών, π.χ. το έργο Go του Ορέστη Καραμανλή την περασμένη άνοιξη.

Πηγαίνοντας στη γενική ιδέα γύρω από την οποία περιστρέφεται το The Ship, o Eno μας μίλησε για το πώς είδε τη βύθιση του Τιτανικού και τα γεγονότα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου να καθρεφτίζονται το ένα μέσα στο άλλο, μα και για το πώς τράβηξε μία παραλληλία από τον Τιτανικό («το πλοίο που απλώς δεν γινόταν να βυθιστεί») μέχρι το τραπεζικό κραχ του 2008με τις τράπεζες που απλώς δεν γινόταν να αποτύχουν»). Αναφέρθηκε επίσης στο περίφημο «τέλος της Ιστορίας» και των πολιτικών/ιδεολογικών ανταγωνισμών, το οποίο εξήγγειλε ο επηρμένος οικονομολόγος Francis Fukoyama πάνω στον κουρνιαχτό που άφησε πίσω της η θεαματική πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και στο πώς σε πείσμα των τελεολογιών του (νεο)φιλελευθερισμού, η Ιστορία και οι εν λόγω ανταγωνισμοί συνεχίζουν απτόητοι να κινούνται, ενίοτε προσφέροντας στιγμές ανόθευτης οδύνης.

Eno_6.jpg

Κάπως έτσι περάσαμε στην επικράτεια της πολιτικής. Εκεί είχαν θέση ο Donald Trump και το εφιαλτικό σενάριο της νίκης του στις επερχόμενες προεδρικές εκλογές των Η.Π.Α. (προσωπικά, βέβαια, νομίζω ότι το σκηνικό γίνεται πιο τραγικό όταν αναλογιστεί κανείς το πλήρες δίπολο της επιλογής: ο ανεκδιήγητος νάρκισσος Donald Trump ή το πουλέν της Wall Street, η Hillary Clinton)· είχε επίσης θέση και ο Jeremy Corbyn, ο αρχηγός των Εργατικών της Βρετανίας, ανάμεσα στους υποστηρικτές του οποίου ανήκει και ο Eno· όπως και λιγότερο συγκεκριμένα σχήματα, όπως η θρησκεία της ελεύθερης αγοράς, τα ενδιάμεσα μεταξύ σοσιαλισμού και καπιταλισμού στα οποία τοποθετεί εαυτόν ο Βρετανός καλλιτέχνης, η ομορφιά μιας πολυπολιτισμικής πρωτεύουσας όπως το Λονδίνο (το οποίο, παρεμπιπτόντως, εξέλεξε πρόσφατα Mουσουλμάνο δήμαρχο, μάλλον στρεφόμενο κόντρα στη σημερινή ιστορική συγκυρία) ή για ένα σύμπτωμα των μυστήριων ημερών στις οποίες βρισκόμαστε, τη γενική αποστροφή προς την πολυπλοκότητα.

Δείτε π.χ. τα επιχειρήματα που συχνά προβάλλουν οι υπερασπιστές του Trump ή, στα καθ’ ημάς, της Χρυσής Αυγής –ότι δηλαδή τους στηρίζουν επειδή λένε τα πράγματα απλά: ιδού η προβληματική σας θέση, ιδού και το (υποτιθέμενο) πρόβλημα (συνήθως οι μετανάστες), δεν χρειάζεται να βάζετε το ταλαίπωρο το μυαλουδάκι σας σε κίνηση. Και νομίζω πως έχει δίκιο ο Eno, ότι η αποστροφή της πολυπλοκότητας και της αμφισημίας και η απαίτηση για επιστροφή σε κάτι που είναι πιο απλό ή συχνά σε κάτι που θεωρείται πιο «αγνό», είναι η αρχή του «blame game», που λένε οι Αγγλοσάξονες ή του κυνηγιού μαγισσών στο οποίο επιδίδονται με εξαιρετική επιτυχία όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα.

Eno_7.jpg

Σ’ αυτό φυσικά το πλαίσιο (το ευρύτερα νοούμενο πολιτικό) έχει θέση και η Τέχνη και δικαίως μία-δυο παρεμβάσεις/ερωτήσεις του Χρήστου Καρρά επικεντρώθηκαν στο πώς μπορεί να μιλήσει μία κοινωνικά/πολιτικά ευαίσθητη γλώσσα. Ο Eno απάντησε βαφτίζοντας την τέχνη ως αυτό που κάνουν η άνθρωποι για να χωνέψουν τον κόσμο γύρω τους και να διακοσμήσουν τη ζωή τους. Ένα «παιχνίδι ενηλίκων», όπως το χαρακτήρισε, σ' ένα επιχείρημα που ξεκίνησε από τη συμβολική βία την οποία ασκεί στα μικρά παιδιά το σχολείο ως θεσμός (εκεί όπου τα τελευταία μαθαίνουν όχι μέσω του παιχνιδιού –κάτι φαινομενικά πιο αρμόζον για την ηλικία τους– αλλά μέσω της πειθάρχησης στις αξίες της εργασίας) και έφτασε στο μνημειώδες έργο του Terry Riley το In C, με τον Eno να περιγράφει πολύ παραστατικά τη λογική πάνω στην οποία είναι δομημένο και το πώς ξεκινάει από την ομοφωνία, πηγαίνει στην πολυφωνία για να καταλήξει μέσω εκείνης σε μία νέα ομοφωνία.

«Η τέχνη», έλεγε ο Eno, «είναι μια εμπειρία της πολυπλοκότητας που υπάρχει γύρω μας» και μας έδωσε το In C ως ένα παράδειγμα όπου μία σχετικά απλή ιδέα, ένα κείμενο 52 μέτρων γραμμένων στην κλίμακα του ντο με τους μουσικούς να έχουν την ελευθερία κατά την επιτέλεση να επιλέξουν μόνοι τους πόσο θα επιμείνουν σε καθένα απ’ αυτά (με την υποχρέωση απλώς να ξεκινήσουν όλοι από το 1ο και να καταλήξουν στο 52ο μέτρο), μπορεί να γεννήσει μία πυκνή, πολύπλοκη και τελικά υπέροχη μουσική σύνθεση.

Eno_8.jpg

Από εκεί συνέχισε αναφέροντας τις δικές του «στρατηγικές» για να πάει «πέρα από τα όρια του προσωπικού [του] γούστου», λ.χ. στα παιχνίδια τα οποία έστηνε με τον David Bowie (αν δεν απατώμαι κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του Heroes) ή την «παραγωγική» μέθοδο (generative music), δηλαδή την εφαρμογή ενός συστήματος κανόνων (σε μία διάταξη που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αλγοριθμική) που θα θέτει τη γενική κατεύθυνση της μουσικής διαδικασίας και δεν θα απαιτεί την ακριβή επιτελεστική συνέπεια, αφήνοντας το αποτέλεσμα ανοιχτό στη συνεχή διαμόρφωση. Μια λογική η οποία επίσης δεν είναι κάτι το θεαματικά καινούργιο (π.χ. σε κάτι αντίστοιχο βασίζεται η καθοδήγηση του αυτοσχεδιασμού από τον Wadada Leo Smith), όμως είναι πάντοτε ενδιαφέρον και πράγματι παραγωγικό, με την έννοια ότι αρνείται να αιχμαλωτίσει τη μουσική σε μία αυστηρά προκαθορισμένη μορφή.  

Μίλησε τέλος και για τα στάδια από τα οποία διέρχεται η τέχνη, θυμίζοντας το μοντέλο επιστημολογίας που πρότεινε ο Gaston Bachelard, όπου μία επιστημολογική ρήξη πραγματοποιεί την τομή σ’ ένα συγκεκριμένο πεδίο και εμφανίζει ήδη σε πύκνωση τον ορθολογισμό της φάσης που έπεται. Ορθολογισμός ο οποίος αργότερα παγιώνεται, αναπαράγεται και τελικά εξαντλείται, για να δώσει τη θέση του σε μία καινούργια ρήξη.

Eno_9.jpg

Μεταφέροντας ένα παρόμοιο σχήμα στην εξέλιξη της τέχνης, ο Eno μίλησε για το πώς από τον Chuck Berry και την έκρηξη του ροκ εν ρολ στα τέλη των 1950s, περάσαμε σ’ ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα σε προωθημένες μορφές της συγκεκριμένης τέχνης (π.χ. η έκρηξη δημιουργικότητας της δεκαετίας του 1960), πώς αργότερα αυτές οι μορφές κανονικοποιήθηκαν (ή θεσμοποιήθηκαν), κατέστησαν δηλαδή τους εαυτούς τους φορείς της καινούργιας ορθολογικότητας (συν τω χρόνω έγιναν, θα λέγαμε, καθεστώς), και πώς έκτοτε αναπαράγονται με τον κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Μια διαδικασία, βέβαια, η οποία έχει συνέχεις και ασυνέχειες και αναπαράγεται με τρόπους πιστούς ή λιγότερο πιστούς.

Η «παραγωγική» μέθοδος του Eno και πολλών άλλων είναι ίσως μία απάντηση ή ένας καταλύτης που δυνητικά θα μπορούσε να οδηγήσει σ' ένα αντιπαράδειγμα. Μένει πάντως να φανεί πότε και εάν θα επέλθει η νέα «ρήξη» (με τους όρους του Bachelard) ή αν θα αρκεστούμε στην αέναη αναπαραγωγή μοτίβων –αναγνωρίζοντας οπωσδήποτε πως η δυναμική όλων εκείνων των συνεχειών και (κυρίως) των ασυνεχειών είναι ικανή να διατηρήσει σε εγρήγορση τη μουσική ως διαδικασία παραγωγής, ακρόασης ή επιτέλεσης.

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Featured