search

ΑΡΘΡΑ

Έτσι θα ακουγόταν το 69 Love Songs των Magnetic Fields εάν ο Stephin Merrit δεν είχε συλλάβει την ιδέα του σε ένα γκέι μπαρ, αλλά στη μικρή του γκαρσονιέρα, στην οποία ακόμη στοιβάζονται δίπλα-δίπλα πανεπιστημιακά συγγράμματα με άδεια κουτιά από πίτσα...

To 1995, οι Δανοί σκηνοθέτες Lars Von Trier & Thomas Vinterberg υπέγραψαν το μανιφέστο της τάσης που ονομάστηκε Δόγμα 95. Είχε τον δικό του «Όρκο της Αγνότητας», ενώ σκοπός του ήταν να «καθαρίσει» την κινηματογραφική δημιουργία από εφετζίδικες φιοριτούρες, φέρνοντάς την πίσω σε έναν «επαγγελματικό ερασιτεχνισμό».

Λίγο χρόνια αργότερα, ένας 20άρης Αμερικανός με γυαλιά μυωπίας, μούσια και ολίγον (εώς αρκετά) geek εμφάνιση, αποφασίζει κατά τη διάρκεια των κινηματογραφικών του σπουδών να ασπαστεί άτυπα το Δόγμα 95. Όχι όμως σε ταινίες, αλλά στη μουσική του. Οι κανόνες του δικού του μανιφέστου ήταν πως θα χρησιμοποιεί μόνο τα λευκά πλήκτρα –και συνεπώς θα γράφει στην κλίμακα του ντο– στο casiotone του (συνθεσάιζερ της εταιρείας Casio). Το όνομά του ήταν Owen Ashworth, αλλά στη δισκογραφία τον μάθαμε ως Casiotone For The Painfully Alone (από το 2010 τον βρίσκετε και στο project Advance Base).

67yyCst_2.jpg

Ο άνθρωπος που πήρε το όνομα του project του κάπως τυχαία, γράφοντας την ομώνυμη φράση σε μία από τις κασέτες τις οποίες συνήθιζε να δίνει στα μέλη των γκρουπ που συμμετείχε ώστε να ακούσουν το υλικό του, θα καταφέρει να μείνει πιστός στο lo-fi μανιφέστο του για 3 δίσκους και 1 ΕΡ. Κάπως σαν το Δόγμα 95 δηλαδή, το οποίο κατάφερε να παράγει μόνο 4 ταινίες που απαντούσαν σε όλες τις αρχές του. Στην 4η ολοκληρωμένη του δουλειά Etiquette (κυκλοφόρησε το 2006 από την Tomlab), ο Casiotone For The Painfully Alone αποφασίζει να φύγει λίγο από τα στενά όρια του «δωματίου» του, ανοίγοντας πανιά για έναν πιο γεμάτο και σύνθετο ήχο.



Μην φανταστείτε βέβαια πως μιλάμε για κάποιον πομπώδη, «μεγάλο» ήχο. Αντιθέτως, έχουμε να κάνουμε με έναν λιλιπούτειο σε μέγεθος και κομψό σε αισθητική δίσκο, ο οποίος κλείνει το μάτι στο lo-fi με σαφείς obscure διαθέσεις. Πάρτε για αρχή το ίδιο το εξώφυλλο (η Heidi Anderson το σχεδίασε, ύστερα από την αφήγηση ενός ονείρου του ίδιου του Ashworth): η κοριτσίστικη φιγούρα-φάντασμα που πίνει τσάι και καπνίζει μαζί με έναν ...κροκόδειλο θα μπορούσε να πρέρχεται από την εικονογράφηση κάποιας παραλλαγής της Αλίκης Στη Χώρα των Θαυμάτων. Αλλά πάρτε και το πρώτο κομμάτι του δίσκου, “Etiquette I.D.”. Πέντε δευτερόλεπτα όλα κι όλα, στα οποία το μόνο που ακούγεται είναι η φράση/δήλωση/καλωσόρισμα «You are listening to Etiquette by Casiotone For The Painfully Alone», λειτουργώντας σαν ένα άλλο «Μια φορά κι έναν καιρό...».

67yyCst_3.jpg

Ο Ashworth δεν είχε πάντως σκοπό να πει παραμύθια, παρά μόνο ρεαλιστικές αφηγήσεις. Ιστορίες μίας ακόμη ελαφρώς ταραχώδους ψυχολογικά μετεφηβείας, η οποία ακροβατεί μεταξύ της συνειδητοποίησης του «we drink too much and fuck too soon» και του μη πλήρους απογαλακτισμού του «sent a letter to Mom & Dad / Mom & Dad the money's running out» (και τα δύο στο “Young Shields”). Μαζί και η ράθυμη αγωνία του να είσαι στα 20κάτι σου και τα γκομενικά σου να αντικαθιστούν τα μη προβλήματα που (δεν) έχεις.

Με την ψυχή του δίσκου να παραμένει πλήρως ταγμένη στη bedroom lo-fi λογική, ο Ashworth απλά ξεγελάει, βάζοντας λίγα παραπάνω ηλεκτρονικά εδώ κι εκεί και λίγο πιο γεμάτα synths σε τραγούδια τα οποία θα ζήλευαν οι National (“Young Shields”), καθώς και στην εντυπωσιακά αυτοσχέδια minimal disco απολογία μιας νεαρής κοπέλας (Jenn Herbinson) προς τη μητέρα της για τα μαργαριτάρια του κολιέ της γιαγιάς που έχασε το προηγούμενο βράδυ (“Scattered Pearls”). Αντίβαρο σε αυτή τη λεπτή γυναικεία φωνούλα που έγινε σχεδόν σήμα-κατατεθέν σε πολλά παρακλάδια του ταλαιπωρημένου indie, αποτελεί η φωνή του ίδιου του Ashworth: βγαίνει επίπεδη, οριακά και βαριεστημένα, με την ελαφρά αγανάκτηση με την οποία θα εξέφραζε τους ίδιους αυτούς προβληματισμούς και σε έναν φίλο του· κατά προτίμηση σε μια μπάρα για να υπάρχει και κατάλληλο, δραματικό πρεστίζ.



Από τη μία χτίζεται λοιπόν εδώ το προφίλ ενός ελαφρώς μονόχνοτου τύπου που κάθεται και τρώγεται με τα ρούχα του, με το casiotone του ανά χείρας (κυρίως, μα όχι μόνο), ενώ από την άλλη δημιουργείται οικειότητα μέσα από την ανεπιτήδευτη αμεσότητα και τις διάφορες έξυπνες αναφορές: «I'm Creedence Clearwater Wright / Best friend of Elodie Eye» ακούμε στο “I Love Creedence”, ενώ το πιανάκι στο “Bobby Malone Moves Home” «α, είναι ίδιο» με του “Don’t Look Back In Anger” που «α, είναι ίδιο» με του “Imagine”.

Για να το πούμε πιο απλά, στο Etiquette ο Casiotone For The Painfully Alone ακούγεται σαν τον Stephin Merrit εάν συλλάμβανε την ιδέα του 69 Love Songs των Magnetic Fields (1999) όχι μέσα σε ένα γκέι μπαρ, αλλά στη μικρή του γκαρσονιέρα, στην οποία ακόμη στοιβάζονται δίπλα-δίπλα πανεπιστημιακά συγγράμματα με άδεια κουτιά από πίτσα και η φωτογραφία «εκείνης» (ή «εκείνου») πλάι σε μια οικογενειακή. Όλα αυτά με μια φευγαλέα και όχι μεγαλόπνοη ματιά, η οποία χρειάζεται 30 κι όχι 172 λεπτά για να πει όσα έχει ανάγκη. Άλλωστε το ακούμε και στον στίχο που κλείνει το “Love Connection” (η μοναδική διασκευή του δίσκου, στους Parenthetical Girls), μαζί και τον δίσκο: «Some things are best left unsaid».