search

ΑΡΘΡΑ

Ο Hans Fenger έσπασε τον τοίχο μεταξύ της ποπ και της εκπαιδευτικής μουσικής, δημιουργώντας ένα ενδιάμεσο σημείο συνάντησης, στο οποίο αργότερα θα στεκόταν και ο Jack Black ως «ροκ» δάσκαλος στο School of Rock...

Αθωότητα και απελπισία. Μάλλον δεν θα μπορούσε να υπάρχει πιο ταιριαστός τίτλος για τη συγκεκριμένη κυκλοφορία, που οριακά θα έλεγε κανείς ότι γνώρισε το φως της δημοσιότητας με καλτ όρους, αφού ηχογραφήθηκε μεταξύ 1976-77 αλλά ανακαλύφθηκε και κυκλοφόρησε ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα (το 2001).

Αλλά δεν είναι μόνο αυτοί οι «εκτός παιχνιδιού» όροι. Όπως προδιαθέτει το όνομα  του project, πρόκειται για ηχογραφήσεις μιας παιδικής/προεφηβικής χορωδίας. Και η ιστορία έχει ως εξής. 


Ο Καναδός Hans Fenger, δάσκαλος μουσικής στο Langley School στο Βανκούβερ, έκανε ένα (τρόπον  τινά) κοινωνικό πείραμα τον πρώτο χρόνο διδασκαλίας του –μάζεψε μαθητές προεφηβικής ηλικίας χωρίς καμία μουσική εκπαίδευση και, μέσα διάστημα λίγων μηνών, τους έμαθε να παίζουν όργανα και να τραγουδάνε. Ο μαέστρος όμως αυτής της ακατέργαστης ηχητικής μάζας δεν τους οδήγησε σε ασφαλή χορωδιακά μονοπάτια με άρωμα ναφθαλίνης, μα έκανε το εξής απλό: τους έμαθε πράγματα που του άρεσαν. Έτσι, η παιδική χορωδία έπαιζε και τραγουδούσε κομμάτια των Beatles, του David Bowie, των Beach Boys, των Bay City Rollers και των Fleetwood Mac (μεταξύ άλλων).

79ddLng_3.jpg

Όποιος έχει έστω και μικρή εμπειρία από χορωδιακό περιβάλλον, γνωρίζει πολύ καλά πως σε μια τέτοια συνθήκη δεν υπάρχει πολύς χώρος για λάθη ή για φωνητικά «στολίδια». Με πλήρη αντισυμβατικότητα, ωστόσο, οι συγκεκριμένες ηχογραφήσεις –ο ορισμός των «σπιτικών» DIY ηχογραφήσεων, με ένα απλό Revox κασετόφωνο το οποίο μετέτρεψε τις σχολικές πρόβες σε ηχητικά ντοκουμέντα– σφύζουν από ελευθεριότητα. Τα λάθη είναι πολλά και ενίοτε τρανταχτά. Όμως ακόμα κι αν οι άτσαλες, παιδικές φωνές ενθουσιάζονται παραπάνω στις «ουρές» των στίχων του “Space Oddity” (μια φευγαλέα ακρόαση μπορεί να δώσει την αίσθηση πως τραγουδούν τη δεύτερη φωνή στη θέση της πρώτης), εδώ υπάρχει κάτι άλλο, που σχεδόν σε πιάνει εξαπίνης. Η αίσθηση πως γίνεσαι κοινωνός μιας κρυφής σύμβασης, οι συμμέτοχοι της οποίας δεν γνωρίζουν ακριβώς τι συμβαίνει.

Αντανακλαστικά, αυτές οι εκτελέσεις δημιουργούν την αίσθηση του ζεστά ανοίκειου. Δεν χρειάζεται να είστε από εκείνους που αρέσκονται να ζουλάνε μανιωδώς παιδάκια για να νιώσετε ένα χαριτωμένο μειδίαμα ακούγοντας μια ηλικιακή ομάδα που οριακά μπορεί να κατανοήσει το ετυμολογικό λήμμα της λέξης «έρωτας» να αραδιάζει σαν Beach Boys στην ανάπτυξη «You're my baby / Don't mean maybe» (“You’re So Good To Me”), με τον ενθουσιασμό που θα φώναζε από χαρά επειδή χτύπησε το κουδούνι για διάλειμμα.

79ddLng_2.jpg

Το σημείο όμως όπου διαφαίνεται αυτός ο παράξενος κόσμος στον οποίον η παιδικότητα βρίσκεται σε μετάβαση προς την ενήλικη φύση (ακόμα κι αν δεν το κάνει συνειδητά), μάλλον κρύβεται στην εκτέλεση του “The Long And Winding Road”, με το πόστο του Paul McCartney να καταλαμβάνεται από ένα μικρό κορίτσι. Ακούγοντάς τη, σχεδόν «βλέπεις» το αφελές παιδικό της βλέμμα τη στιγμή που η φωνή λειτουργεί σαν άδειο δοχείο, το οποίο γεμίζει με την πεποίθηση της άχρονης ανθρώπινης φύσης: εκείνη την αίσθηση ότι η μουσικότητα προϋπάρχει ημών και μας περιβάλλει. Η «yours truly» θα ήταν τουλάχιστον ανειλικρινής εάν ισχυριζόταν πως στην ακρόασή του δεν βούρκωσε, αδιαφορώντας για κοινωνικές πιέσεις που μπορεί να επιφέρει το γεγονός ύπαρξης κι άλλων γύρω. 

Μέσα από μια μορφή έκφρασης έως τότε τετραγωνισμένα υπολογισμένης, ο Hans Fenger αναποδογύρισε τους κανόνες προς όφελος του πρότζεκτ. Έσπασε έτσι τον τοίχο μεταξύ της ποπ και της εκπαιδευτικής μουσικής, δημιουργώντας ένα ενδιάμεσο σημείο συνάντησης το οποίο (καλώς ή κακώς και χωρίς καμία διάθεση ερμηνείας με χίπικη αφέλεια) απέδειξε το κλισέ περί του γκρεμίσματος τειχών στη μουσική. Για να το πούμε αλλιώς, το Langley Schools Music Project θα μπορούσε να αποτελέσει το πλέον χειροπιαστό παράδειγμα εφαρμογής του συμπεριφορισμού με οδό τη μουσική –άραγε να φανταζόταν ο Μπ. Φ. Σκίνερ ότι η συντελεστική εξαρτημένη μάθηση θα έδενε γάντι σε ένα καλτ ποπ χαμένο διαμάντι;

79ddLng_4.jpg

«Δεν το έκανα για χρήματα, δεν το έκανα για την τέχνη. Το έκανα απλά για την πλάκα» δήλωσε ο ίδιος ο ιθύνων νους του project χρόνια αργότερα, όταν μέσω του digging o συλλέκτης δίσκων Brian Linds ανακάλυψε το Langley Schools Music Project, το έστειλε στον ειδήμονα περί μουσικών...outsiders, Irwin Chusid, o οποίος με τη σειρά του –και μετά από πολλές πόρτες που έκλεισαν (συγκεκριμένα, δέκα)– κατάφερε να βρει δισκογραφικό σπίτι για το Innocence And Despair στη Bar/None Records.

Χωρίς αυτό, δεν θα είχαμε δει στη μεγάλη οθόνη τον Jack Black στον ρόλο του «ροκ» δασκάλου στο School of Rock, μιας και αυτά τα σχολιαρόπαιδα από το Βανκούβερ υπήρξαν το έναυσμα για τον σκηνοθέτη Richard Linklater, 2 χρόνια αργότερα. Κυρίως, όμως, δεν θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε εκείνο που μας υπενθυμίζεται με κάθε ακρόαση των εν λόγω ηχογραφήσεων:  ποιο είναι αυτό ακριβώς το ολισθηρό έδαφος στο οποίο μόνο δύο είναι οι λέξεις που μπορούν να σταθούν κάνοντας ισορροπία και δίνοντας με δύναμη τα χέρια. Αθωότητα και απελπισία.