search

ΑΡΘΡΑ

Η ολλανδική black metal μπάντα που αγαπάει τους Cocteau Twins έρχεται στην Αθήνα για το Arcane Angels Fest III (Σάββατο 25/11, Death Disco), όπου θα παίξουν ως δεύτερο όνομα κάτω από τους πολυσυζητημένους Hypothermia...

φωτογραφία: Olaf Roukens

* Τα αποσπάσματα με πλάγια γράμματα προέρχονται από συζήτηση του υπογράφοντος με το συγκρότημα


Oι Laster ανήκουν στους νεοφώτιστους εκπροσώπους μιας καινούριας γενιάς του ολλανδικού black metal. Μιας «κάστας», αν προτιμάτε, με ανάγκη διαφοροποίησης από τα στεγανά που ορίζουν το παραδοσιακό τμήμα του είδους. Τα ίδια τα μέλη τους τηρούν διακριτές αποστάσεις υπό ρευστές επιταγές, τόσο προς το αμιγώς μουσικό, όσο και ως προς το σκηνικό κομμάτι της δράσης τους. Ειδικά όταν οι μάσκες και η έκδηλη θεατρικότητα που εκλύουν ζωντανά πυροδοτεί σημαντικό τμήμα της αναζωογόνησής τους.

Απλά θέλουμε ο ήχος μας να είναι εκφραστικός και συναρπαστικός. Πέρα από ανήσυχος και ατμοσφαιρικός. Το πού θα μας ωθήσει, εξακολουθεί να παραμένει αβέβαιο.

Είναι αλήθεια πως, όταν οι αφορμές είναι πηγαίες, το ταξίδι φαντάζει πιο συναρπαστικό. Έστω κι αν το πρόσφατο άλμπουμ Ons Vrije Fatum προωθήθηκε ως «obscure dance μουσική», αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές από τον διεθνή Τύπο (δείτε τι έγραψε στο Avopolis ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης, εδώ). Η έγνοια της αέναης εξερεύνησης, ωστόσο, δεν φαντάζει ως νέο χαρακτηριστικό στη χημεία της μπάντας, μιας και μουσικές παραλλαγές παρατηρούνται κατά μήκος της πορείας τους. Ενδεχομένως, ως αποτέλεσμα εξοικείωσης με τον ήχο τους, όπως και των ποικίλων δυνητικών του κατευθύνσεων. Ή, φυσικά, μιας εσώτερης προσπάθειας να διατηρούν το φάσμα ενδιαφέρον, τόσο για τους ίδιους, όπως και το κοινό τους.

Θα υποστηρίζαμε πως ενδέχεται να σχετίζεται και με τα δύο. Γράφουμε ό,τι επιθυμούμε να ακούσουμε ως ακροατές. Και τείνουμε να προτιμούμε αποτελέσματα στα οποία οι αλλαγές καταλήγουν να είναι δραστικές. There’s no need to L A S T E R ourselves, you know.



Η επιλογή του ονόματός τους φαντάζει λοιπόν σοφή, αν και οξύμωρη. Ειδικά εφόσον το Ons Vrije Fatum παραμένει ο πρώτος τους ολοκληρωμένος δίσκος, ο οποίος βρίθει μουσικής ωριμότητας και επαγγελματισμού στην παραγωγή. Έστω δηλαδή κι αν το De Verste Verte Is Hier (2014) ταλαντευόταν άριστα, οι υποβλητικές του επιρροές στηρίζονταν άρδην στην υφή της υποδόριας, καταθλιπτικής του αύρας: ενός αποτελέσματος μουσικότητας και αισθητικής, στο οποίο η νωχελικότητα υποσκίαζε το πρωτογενές στοιχείο.

Κάθε βράδυ προσευχόμαστε στα Πνεύματα των Ανεπαρκώς Φωτισμένων δρόμων της Πόλης. Μας ψιθυρίζουν προς τα πού να οδεύσουμε εν συνεχεία. Είναι αλήθεια ότι μερικές φορές είναι λίγο ήσυχα και έτσι καταλήγουμε να χάσουμε τα ίχνη του εαυτού μας. Το οποίο είναι εντάξει για εμάς, αλήθεια.

Κάπως έτσι, οι Ολλανδοί δεν μοιάζουν να ανησυχούν για την εξερεύνηση του ήχου τους, παρά αφουγκράζονται και αφομοιώνουν όσες επιρροές τίθενται στο βεληνεκές τους. Μήτε, όμως, δείχνουν να ακολουθούν την πεπατημένη, ελπίζοντας πως θα τους οδηγήσει κάπου. Η οδός της προδιαγεγραμμένης επιλογής φαντάζει ύπουλη σταδιακά, με παρακλάδια προβλέψιμα σε απώτερο βάθος χρόνου.



Οι Cocteau Twins είναι πολύ καλοί. Τα Heaven Οr Las Vegas, Blue Bell Knoll, αλλά και το Garlands. Έστω κι αν φυσικά η λίστα συνεχίζει και συνεχίζει. Νομίζω όμως ότι το αγαπημένο μας τραγούδι από Cocteau Twins είναι αυτό που η Frazer ερμηνεύει σε πραγματικά υψηλές νότες –και εν συνεχεία σε πολύ χαμηλές πάλι. Μας μεταδίδει ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά.

Διότι, αλήθεια, αυτά ήταν τα λόγια τους μόλις ρωτήσαμε ποιες μπάντες θα θεωρούσαν ως προτεινόμενες, διαλέγοντας από τα ευρύτατα σπλάχνα της ολλανδικής σκηνής. Δίχως όμως κάποιο ίχνος πομπώδους αυτοπροβολής, μας επεξήγησαν πως απλά θεωρούν κουραστικό να προτείνουν όλοι τις ίδιες μπάντες. Άλλωστε, η επεξήγηση για τους κινητήριους μοχλούς της τοπικής σκηνής, έστω και παράξενη, παραμένει ακριβής. Οτιδήποτε διατρητητικό σε συναίσθημα, δύναται να πυροδοτεί δημιουργικότητα ικανή να εκκολάπτει ραδιενεργές σχεδόν τάσεις.

Θα ακουγόμαστε όμως πιο δυνατά στη σκηνή, απ' ό,τι στο σαλόνι σας. Και ανυπομονούμε να δούμε τις υπόλοιπες μπάντες να κάνουν ό,τι ξέρουν καλύτερα. Ειδικά εκείνες που γράφουν θλιβερή και καταθλιπτική μουσική.

Οι ίδιοι οι Laster φαίνεται να το γνωρίζουν εις βάθος. Ειδικά από τη στιγμή που αποτελούν τριμελές συγκρότημα, διατηρώντας έτσι τη χημεία των συντελεστών σφιχτή. Το δε κράμα του ατμοσφαιρικού black metal τους βασίζεται ενδογενώς στην απορρέουσα αύρα του, αλλά και στη τεχνογνωσία των ίδιων των μουσικών, ώστε τα κύματά του να διαστέλλονται συναυλιακά όσο πιο ευρέως μπορούν. Διότι, παρά τη θεατρικότητα του σχεδιασμού τους, οι Laster εντυπώνονται κατασταλλαγμένοι και προσιτοί. Υπό επιταγές εξομαλυμένες, όσο και η υφή των λεπτογραμμένων ηχοτροπίων τους.