search

ΑΡΘΡΑ

Η πρώτη τους συναυλία στην Αθήνα (Κυριακή 26 Νοεμβρίου στο ΙΛΙΟΝ plus) δεν υπόσχεται κάτι από το φαντασμαγορικό sold-out του Nick Cave, φέρνει όμως στην πόλη μας ένα σημείο αναφοράς της περιπετειώδους τζαζ των καιρών μας...

Η πρώτη αθηναϊκή συναυλία των The Thing (Κυριακή 26 Νοεμβρίου, στο ΙΛΙΟΝ plus) δεν υπόσχεται κάτι από το φαντασμαγορικό sold-out του Nick Cave ή από τη «μυθική» εμφάνιση της Arkestra του Sun Ra. Είναι όμως κι αυτή ξεχωριστή, καθώς το τρίο των Mats Gustafsson (σαξόφωνα), Ingebrigt Håker Flaten (μπάσο) & Paal Nilssen-Love (τύμπανα) έχει καταφέρει μέσα στα χρόνια να γίνει ένα συγκεκριμένο σημείο αναφοράς στο πεδίο της περιπετειώδους τζαζ του καιρού μας.



Πρόκειται για ένα σχήμα που είναι κάτι σαν την παιδική χαρά τριών ανήσυχων και αεικίνητων μουσικών, γερά παιδευμένων στην τέχνη του αυτοσχεδιασμού. Βρέθηκαν μαζί γύρω στο 2000, ως ένα one-off τρίο το οποίο θα ετοίμαζε μια συναυλία προς τιμήν του Don Cherry, αλλά γρήγορα διαπίστωσε ότι θα μπορούσε να κάνει κάτι παραπάνω. Να γίνει ίσως η πλατφόρμα μέσω της οποίας οι τρεις τους θα μοιράζονται στο εξής όποια μουσική λέει κάτι μέσα τους, χωρίς αποκλεισμούς, περιορισμούς και ελιτίστικη διάθεση· μια πλατφόρμα που θα μπορεί να συνδυάζει τις καλλιτεχνικές τους ανησυχίες με την αγνή, μουσικοφιλική καύλα.

Μιλάμε επίσης για τρεις δεξιοτέχνες, ο καθένας από τους οποίους μετράει πλέον αρκετές δεκάδες δίσκους –προσωπικούς ή συνεργασίες εκτός των The Thing. Γύρω τους μπορείς να φτιάξεις ένα ολόκληρο μουσικό οικοσύστημα, εντυπωσιακό σε ποικιλότητα, αφού μπορεί να συμπεριλαμβάνει αναφορές στον Ornette Coleman ή στον Albert Ayler, συνεργασίες με άλλες σημαίνουσες προσωπικότητες της ελεύθερης τζαζ όπως ο Peter Brötzmann, ο Joe McPhee ή ο Barry Guy, ταξίδια στην Αιθιοπία με τους The Ex (στα πλαίσια των οποίων οι τελευταίοι ηχογράφησαν 2 δίσκους με τον θρύλο του αιθιοπικού σαξοφώνου Getatchew Mekuria), αλλά επίσης και τη Neneh Cherry, την κόρη του Don και αστέρι της ποπ στη δεκαετία του 1990, τον Iggy Pop και τους Stooges, τους White Stripes ή ακόμα και τους Madvillain, τη μοναδική εκείνη συνεργασία του MF Doom με τον Madlib.



Θα προσπαθήσουμε λοιπόν να εντοπίσουμε μερικές από τις οδούς που μπορούν να οδηγήσουν έναν ανυποψίαστο ακροατή (όπως ήμουν λ.χ. κι εγώ όταν τους πρωτοάκουσα) στον φρενήρη κόσμο των The Thing· κάποια σημεία πρόσβασης δηλαδή όχι μόνο στη δική τους μουσική, αλλά σε μια ολόκληρη γεωγραφία ακουσμάτων, η οποία αν μη τι άλλο δεν διακρίνεται πάντοτε για την προσβασιμότητά της. Ελπίζουμε επίσης να δείξουμε και πώς ο παραπάνω ανυποψίαστος ακροατής μπορεί έπειτα να προχωρήσει στα ανοιχτά της αυτοσχεδιαστικής τζαζ, δηλαδή μιας ανήσυχης μουσικής έκφρασης η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ένα πολύ ελπιδοφόρο αντίβαρο στη μονότονα νοσταλγική λιτανεία του «κάθε πέρσι [ή μάλλον κάθε προηγούμενη δεκαετία] και καλύτερα».

Όπως ίσως έχετε καταλάβει, χρησιμοποιώ το απόλυτο των εξουσιών που έχει όποιος ή όποια κάθεται και γράφει ένα κείμενο, να καθορίζει δηλαδή την ατζέντα συζήτησης βάσει των δικών του/της ενδιαφερόντων και βιωμάτων. Προφανώς, τα όσα ακολουθούν έχουν ως βάση τη δική μου περιήγηση στον χώρο της τζαζ και το πόσο κομβικό στάθηκε σ’ αυτήν την περιήγηση ένα συγκρότημα σαν τους The Thing, παρέχοντας πρόσβαση –και μια κάποια κατανόηση– σε ένα απαιτητικό ακροαστικό πεδίο, αλλά και δίνοντάς μου αρκετά εφόδια για να φανταστώ τις επόμενες ακροαστικές διασταυρώσεις.

Θα πρέπει λοιπόν να ήμουν γύρω στα 23 ή 24 όταν τους πρωτοάκουσα, σε μια περίοδο δηλαδή στην οποία η σχέση μου με την τζαζ δεν ήταν ακριβώς αυτό που λέμε «σχέση ζωής». Μου άρεσε βέβαια κάτι που για να συνεννοηθούμε θα ονομάζαμε nu jazz (συγκροτήματα όπως π.χ. οι Red Snapper ή οι Jaga Jazzist), είχα κάνει κι ένα πέρασμα από το ένδοξο παρελθόν (με κλασικούς δίσκους των Miles Davis, John Coltrane, Art Blakey, Bill Evans και λοιπών δυνάμεων) και –το σημαντικότερο– είχα ήδη μυηθεί στους «άλλους κόσμους» του Sun Ra, αν και ακόμα δεν μπορούσα να εξηγήσω τι ακριβώς ήταν αυτό που με συγκινούσε τόσο στον δίσκο Lanquidity (Philly Jazz, 1978).

Ωστόσο, η πρώτη μου επαφή με τους The Thing δεν έγινε μέσω της τζαζ, αλλά με έναν τρόπο που εκείνα τα χρόνια θα μπορούσα να καταλάβω πιο εύκολα. Μέσω δηλαδή της PJ Harvey και ενός κομματιού της που τότε (αλλά και τώρα που το ξανακούω) με γοήτευε ιδιαιτέρως.



Συμπτωματικά, το “To Bring You My Love” ήταν και το κομμάτι που άνοιγε τον πρώτο δίσκο των The Thing, στην επίσης πρώτη (από τις πολλές που θα ακολουθήσουν στη συνέχεια) συνεργασία τους με τον σημαντικό τρομπετίστα και σαξοφωνίστα Joe McPhee, στον δίσκο She Knows (Crazy Wisdom/Universal, 2001). Δεν θυμάμαι τι ακριβώς περίμενα να ακούσω όταν εκείνος ο φίλος μού έβαλε να ακούσω «μια γαμιστερή τζαζ διασκευή στην PJ Harvey», πάντως μου είχε κάνει εντύπωση το πόσο δημιουργική μπορεί να γίνει μια διασκευή, αν εννοηθεί με πιο ανοιχτούς όρους και όχι απλώς ως ανακατασκευή. 



Σύντομα θα διαπίστωνα πως είναι μια πάγια πρακτική των The Thing να μπλέκουν τραγούδια άλλων μέσα στις δικές τους συνθέσεις και στους αυτοσχεδιασμούς. Και φυσικά να κάνουν κάτι τέτοιο χωρίς να απαλύνουν τις αιχμές του πρωτοτύπου ή να στρογγυλεύουν τις γωνίες του, χωρίς να το στριμώχνουν δηλαδή για να χωρέσει όπως-όπως στα δικά τους νοήματα. Ένα στοιχείο που σύντομα θα με συνάρπαζε σε αυτούς ήταν η (αδιαμφισβήτητη, αν μη τι άλλο) ικανότητά τους να εφευρίσκουν αιχμές και γωνίες ακόμα κι εκεί που διαφαίνεται μια ξεκούραστη ευθεία· να παίζουν δηλαδή την τζαζ ως πανκ, με τόση ένταση και με ένα τέτοιο «attack» που θα ζήλευε κι ο καλύτερος πάνκης.



Με αυτήν τους την ικανότητα-διάθεση ανοίγουν έναν πολύ γόνιμο διάλογο με τις ενεργειακές εκδοχές του ροκ εν ρολ, είτε αυτές εκφράζονται από τους Stooges (έχουν διασκευάσει το “Dirt”), είτε από τους Sonics (“Have Love Will Travel”), είτε από τους White Stripes (“Aluminum”), τους Yeah Yeah Yeahs (“Art Star”), τους Cato Salsa Experience (με τους οποίους έστησαν ολόκληρο δίσκο –μαζί και με τον Joe McPhee– το Two Bands And A Legend), είτε με τους Lightning Bolt (που παραθέσαμε αμέσως παραπάνω). Ο οποίος διάλογος, βεβαίως, λειτουργεί αμφίδρομα: και οι ίδιοι ευεργετούνται από εκείνο που ο Iggy Pop αποκαλούσε «raw power» και το ροκ εν ρολ μπορεί να μάθει μεθόδους αποδόμησης και στάσεις αμφισβήτησης που σίγουρα θα του ήταν πολύ χρήσιμες.



Είναι, νομίζω, χαρακτηριστικός αυτός ο διπλός δρόμος στο παραπάνω βίντεο. Είναι επίσης χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίον γίνεται η συγκόλληση των δύο τραγουδιών, τρόπος όχι και τόσο εύτακτος ίσως, αλλά περισσότερο αυθόρμητος και παρορμητικός, δείγμα του τι οδηγεί τους The Thing στην επιλογή των κομματιών που θα διασκευάσουν. Το έχει πει ο Gustafsson σε πολλές ευκαιρίες, μεταφέρω εδώ μία, από τη συνέντευξή του στο Quietus στα τέλη του 2013: «Όταν διασκευάζουμε υλικό άλλων, αυτό έρχεται από μόνο του· είναι μουσική την οποία ακούμε, μουσική για την οποία συζητάμε και τελικά λέμε “γιατί να μην το δοκιμάσουμε;”». Κοινώς, τα παίζουμε γιατί τα γουστάρουμε, επειδή μας ταιριάζουν ή, κατά μία έννοια, επειδή είμαστε ήδη (και) αυτά. Και βρίσκουμε ύστερα –ή, ακόμα καλύτερα, επί τόπου– το πώς θα τα μεταφράσουμε στα συμφραζόμενα ενός τρίο που την ίδια ώρα θέλει να είναι (και όντως είναι) απολύτως ειλικρινές και με τις τζαζ αναφορές του. 

Είναι περισσότερο μια μουσικοφιλική στάση, παρά μία αυστηρώς καλλιτεχνική. Κάτι που δεν θα πρέπει να προξενεί έκπληξη, καθώς ο Mats Gustafsson εκτός από ικανός σαξοφωνίστας είναι και γνωστός βινυλιομανής (και, υπό αυτήν  την έννοια, είναι πολύ ταιριαστό το γεγονός ότι οι The Thing έρχονται στην Αθήνα προσκεκλημένοι του εκλεκτικού δισκάδικου Underflow). Διατηρεί μάλιστα ένα ειδικό τμήμα στην ιστοσελίδα του, το «discaholic corner», μέσω του οποίου συνομιλεί με άλλους ομοιοπαθείς (ο Thurston Moore και ο Stephen O’Malley συγκαταλέγονται στους θαμώνες), ανταλλάσσει σπάνιους δίσκους και αφηγείται τις τρέλες στις οποίες μπορεί να φτάσει για ένα κομμάτι βινυλίου. Όπως τότε που έψαχνε μία από τις 99 κόπιες του Discussions (Opportunity, 1968), της συνεργασίας του πιανίστα Howard Riley με το μπάσο του Barry Guy και τα ντραμς του Jon Hiseman, και βρέθηκε στη Λιθουανία για μία σόλο συναυλία για την οποία πληρώθηκε με ένα ...αντίτυπο του συγκεκριμένου δίσκου! (ιστορία την οποία περιγράφει και εδώ).

Φυσικά, ο διάλογος αυτός δεν σταματάει στο ροκ εν ρολ. Κατά καιρούς, οι The Thing έχουν επίσης ενσωματώσει στη μουσική τους και κάποια παραδοσιακά κομμάτια, όπως το νορβηγικό “Bruremarsj” ή το ουγγρικό “Hidegen Fujnak Α Szelek”, το οποίο έπιασαν από την εκτέλεση των The Ex στη φοβερή εκείνη συνεργασία των τελευταίων με τον τσελίστα Tom Cora (Scrabbling At The Lock / Ex Records, 1993). Κι αν θέλουμε να διευρύνουμε κι άλλο το πλαίσιο, αρκεί να θυμηθούμε τη συνεργασία τους με τη Neneh Cherry, η οποία ξεκίνησε με αφορμή ακόμα μία συναυλία προς τιμήν του Don Cherry (ο οποίος εκτός από πατέρας της δεύτερης είναι και «νονός» των πρώτων –βλ. το κομμάτι του Cherry “The Thing”, τη διασκευή του οποίου παραθέσαμε στην αρχή) και σύντομα έφτασε στον δίσκο The Cherry Thing (Smalltown Supersound, 2012), όπου μεταξύ άλλων διασκευάζουν Suicide και Madvillain!



Εννοείται βέβαια πώς και το παρελθόν της ίδιας της τζαζ δεν θα μπορούσε να μείνει στην απ' έξω. Οι The Thing έχουν περάσει κατά καιρούς από συνθέσεις των Ornette Coleman, Albert Ayler, Don Cherry, John Coltrane, James Blood Ulmer, Peter Brötzmann, Frank Lowe, Norman Howard, ακόμα και του Duke Ellington. Θα παραθέσουμε την ανάγνωσή τους στο “India” του Coltrane, γιατί είναι χαρακτηριστική του πόσο δημιουργική μπορεί να γίνει μια τέτοια διαδικασία, με τους The Thing να καταφέρνουν να προφέρουν το συγκεκριμένο κομμάτι με τη δυναμική ενός ασήκωτου, υγρού και υπογείου ροκ εν ρολ. Το παρακάτω βίντεο, δε, είναι παρμένο από ένα φεστιβάλ στη Λισαβόνα το 2013, όπου τους βρίσκουμε σε μία διευρυμένη εκδοχή (με τη συμμετοχή, μεταξύ άλλων, της τρομπέτας του Peter Evans και της κιθάρας του Terrie Ex), ενδεικτική κι αυτή της διάθεσής τους για συνεργασίες και συναντήσεις.  



Κάπως έτσι, ανυποψίαστος και ανυποψίαστη μπορείς να τρακάρεις με τη μουσική των The Thing, ακόμα κι αν ξεκινάς από αρκετά διαφορετικά μουσικά ενδιαφέροντα. Κι αυτό το τράκο μπορεί ύστερα να γίνει αφορμή για να ανακαλύψεις ή να ψάξεις καλύτερα μουσικούς όπως ο Albert Ayler, ο Peter Brötzmann, ο Don Cherry ή o Frank Lowe, δηλαδή σημαντικές φωνές της περιπετειώδους τζαζ που δεν είναι ακριβώς στην πρώτη γραμμή του εμπορικού ενδιαφέροντος. Κι αν εδώ συνυπολογίσουμε τα ονόματα που εμφανίζονται στις τόσες συμπράξεις των Mats Gustafsson, Ingebrigt Håker Flaten & Paal Nilssen-Love (στο πλαίσιο των The Thing ή εκτός), οι πιθανές διακλαδώσεις και οι καραμπόλες στις οποίες μπορούμε να φτάσουμε είναι πραγματικά ανεξάντλητες. 

60e_2.jpg

Θα αρχίσουμε αυτό το κομμάτι με τον Joe McPhee, μιας που συνυπέγραψε με τους The Thing εκείνο το ντεμπούτο, το She Knows το 2001. Ο McPhee είναι ένας μουσικός ο οποίος κινείται με άνεση μεταξύ τρομπέτας και σαξοφώνου και είναι ενεργός από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, όταν είχε ξεκινήσει από το πολιτικά ευαίσθητο free bop. Έκανε την πρώτη του δισκογραφική εμφάνιση στο υπέροχο Freedom And Unity του Clifford Thornton (Third World, 1967) και 4 χρόνια αργότερα κυκλοφορεί τον 2o δίσκο του με τον οποίο αφήνει το δικό του στίγμα, δίνοντάς του και τον σαφή στα συμφραζόμενα της κοινωνικής απελευθέρωσης των Αφροαμερικανών τίτλο Nation Time (CjR, 1971). Από τότε μέχρι σήμερα, συμπληρώνει ακούραστα μια πολύ πλούσια σε όγκο και ποικιλία δισκογραφία και μάλλον δικαίως συγκαταλέγεται μεταξύ των πιο δημιουργικών και ευέλικτων αυτοσχεδιαστών των τελευταίων 40-50 χρόνων. Το Topology του 1981 είναι ίσως ένας σημαντικός ενδιάμεσος σταθμός, καθώς με αυτόν τον δίσκο εγκαινιάζει το επιδραστικό του πρότζεκτ Po Music, το οποίο θα δώσει στην πορεία άλλους 6 δίσκους. Τιμής ένεκεν, πάντως, θα παραθέσουμε το “Nation Time” και θα αφήσουμε στη δική σας περιέργεια να σας οδηγήσει στα παρακάτω.



Με τους The Thing, ο McPhee έχει συνεργαστεί σε πολλά επίπεδα: στον πρώτο τους δίσκο ως guest, ως «legend» στο πρότζεκτ Two Bands and a Legend, σε δίσκους δικούς του ή δίσκους άλλων, σε αρκετές συναυλιακές περιστάσεις, καθώς και σε μεμονωμένες συνεργασίες, όπως για παράδειγμα ο δίσκος Tomorrow Came Today (Smalltown Superjazz, 2008) με τον Paal Nilssen-Love ή αυτός με τον Ingebrigt Håker Flaten, το Blue Chicago Blues (Not Two, 2010).



Μια άλλη σημαντική σύνδεση και επιρροή των The Thing είναι ο κατεξοχήν ταραχοποιός της ευρωπαϊκής τζαζ, ο Peter Brötzmann. Γεννημένος το 1941 στη Βεστφαλία, τέκνο δηλαδή της δύσκολης εκείνης μεταπολεμικής γενιάς, ο Brötzmann θήτευσε ήδη από καλοτεχνίτης φοιτητής στο underground κίνημα Fluxus, ενώ από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ασχολείται πλέον αποκλειστικά με την τζαζ ή όπως αλλιώς μπορεί να ονομαστεί αυτή η αυτοσχέδια επίθεση που εξαπολύει στις αισθήσεις. Πάντοτε πολιτικά ενεργός, συνέδεε και συνδέει τη ριζοσπαστική μουσική έκφραση με την αντίστοιχη πολιτική του δέσμευση. Είναι χαρακτηριστική μια συνέντευξή του (εδώ) στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει τις αντιδράσεις που προκαλούσε η άγρια μουσική του στα τέλη της δεκαετίας του 1960 («μας πετούσανε τενεκεδάκια, ανέβαιναν ακόμα και στη σκηνή, έτοιμοι για σωματική μάχη εναντίον μας») και τις αντιρρήσεις του πολιτικού avant-garde απέναντι στην ελευθεριότητά της («όλοι αυτοί του πολιτικού avant-garde ήθελαν μια μουσική με κιθάρα σαν της Joan Baez ή κάποια άλλη βλακεία. Ήθελαν μια μαλακή μουσική. Ακόμα κι αυτοί οι πολύ Aριστεροί δεν καταλάβαιναν και δεν μας άφηναν να παίξουμε. Εμείς αναρωτιόμασταν, αλλά συνεχίζαμε»).



Ξεφεύγει βέβαια του παρόντος κειμένου μια πιο αναλυτική αναφορά σε αυτόν τον πραγματικά πολύ σπουδαίο της ευρωπαϊκής τζαζ. Ας μείνουμε στα παραπάνω και στην επισήμανση της προφανούς επίδρασης που άσκησαν τα φυσήματά του σε εκείνα του Gustafsson. Ας αναφέρουμε επίσης ότι ο Brötzmann δεν έχει συνεργαστεί «επίσημα» με το τρίο των The Thing, αλλά έχει συμπράξει σε πάρα πολλές ευκαιρίες με τα μέλη του. Ο Paal Nilssen-Love δρα συχνά-πυκνά ως ντούο με τον Γερμανό σαξοφωνίστα, ενώ μαζί με τον Gustafsson έχουν βρεθεί στην πιο πρόσφατη big band του Brötzmann, το Chicago Tentet (στις τάξεις του οποίου βρίσκουμε και τον Joe McPhee). Υπάρχει επίσης και ο δίσκος The Fat Is Gone (Smalltown Superjazz, 2007), γραμμένος από το τρίο των Brötzmann, Gustafsson & Nilssen-Love.



Ένας άλλος σπουδαίος που έχει συνδεθεί με τους The Thing είναι ο κοντραμπασίστας Barry Guy. Από τις εμβληματικές μορφές της βρετανικής free jazz και μάλλον ένας από τους πιο ευρηματικούς μπασίστες της ευρύτερης τζαζ, ο Guy έχει συνάψει κι αυτός πάρα πολλές συνεργασίες (με τον Howard Riley, τον Bill Dixon κ.ά.) και έχει ιδρύσει τρία πολύ ιδιαίτερα αυτοσχεδιαστικά σχήματα, τους Iskra 1903 (με τους Derek Bailey και Paul Ratherford), το τρίο με τους Evan Parker και Paul Lytton και τη London Jazz Composers Orchestra, την οποία διευθύνει ακόμα και σήμερα (και είναι μία από τις μακροβιότερες στον χώρο της ευρύτερης τζαζ).

Εκτός αυτών, ο Barry Guy έχει συνεργαστεί αρκετά εκτενώς με τον Gustafsson, ηχογραφώντας αρκετούς δίσκους στη δεκαετία του 1990. Βρέθηκε όμως και με τους The Thing για μία συναυλία σε έναν καθεδρικό στο Βίλνιους της Λιθουανίας τον Απρίλιο του 2011, η οποία καταγράφηκε από το καλό ντόπιο label της No Business και κυκλοφόρησε το 2012 ως Metal, ίσως στην πιο ενδιαφέρουσα συνεργατική δουλειά του τρίο.



Φυσικά, υπάρχει και η πιο πρόσφατη συνεργασία των The Thing, ο δίσκος Baby Talk (The Thing Records, 2017) με τον James Blood Ulmer. Ο Ulmer είναι ένας κιθαρίστας ο οποίος μπορεί να ενσωματώνει στο παίξιμό του όλες τις διαφορετικές αναφορές της μαύρης κουλτούρας των Η.Π.Α. (από τα μπλουζ στη φανκ και τη σόουλ) και είχε την ευλογία να συνεργαστεί με τον Ornette Coleman στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και να επηρεαστεί σημαντικά από τις μεθόδους του. Το 1980, ήδη με αρκετούς προσωπικούς δίσκους στο ενεργητικό του, στήνει μαζί με τον σαξοφωνίστα David Murray το σχήμα των Music Revelation Ensemble, κάνοντας το ντεμπούτο με το άλμπουμ No Wave. Από εκείνο τον δίσκο οι Thing πήραν το “Baby Talk” και το ενέταξαν εξαρχής στο ρεπερτόριό τους –ένα τραγούδι που ο Gustafsson έπαιζε από την εφηβεία. Αφήνουμε εδώ το “Sound Check” από το No Wave και παραπέμπουμε στη συνέντευξη που μας παραχώρησε πριν λίγες μέρες ο Gustafsson για περισσότερα.



Κοντά σε αυτούς τους μεγάλους της τζαζ, οι The Thing έχουν συνεργαστεί και με πολλούς της δικιάς τους γενιάς. Θα προσπεράσουμε λοιπόν τους Thurston Moore και Jim O'Rourke (θεωρώντας ότι έχουν μια αρκετά ευρύτερη απήχηση και είναι σίγουρα πιο πιθανό να βρεθεί κανείς στη δουλειά τους μέσω των Sonic Youth) και θα βρούμε τον σαξοφωνίστα Ken Vandermark, ένα σημαντικό στέλεχος εκείνης της γενιάς της free jazz (που τώρα είναι στην ηλικία των 45-50).

Με έδρα το Σικάγο αλλά με έντονη δράση και στην Ευρώπη, ο Vandermark έχει κι αυτός δημιουργήσει ή συμμετάσχει σε αναρίθμητα πρότζεκτ, όπως το λίγο πιο συστηματικό κουιντέτο του, το DKV Trio (μαζί με τον σπουδαίο ντράμερ Hamid Drake και τον μπασίστα Kent Kessler), τους School Days (συνεργάστηκαν με τους The Thing το 2002, διασκευάζοντας κομμάτια του Norman Howard), τους Resonance Ensemble, τους Rara Avis, τους 4 Corners (ένα πολύ ενδιαφέρον κουαρτέτο στο οποίο βρίσκουμε και τον Nilssen-Love στα τύμπανα) ή τους Topology Nonet, ένα tribute-project στην Po Music του Joe McPhee. Με το τρίο των The Thing συνέπραξε «επισήμως» το 2007 στο θαυμάσιο Immediate Sound, απ’ όπου και το παρακάτω απόσπασμα.



Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε για πολύ το ίδιο τροπάριο ή να πηγαίναμε μια βόλτα από τα άλλα πρότζεκτ που έχουν στήσει οι Gustafsson, Håker Flaten & Nilssen-Love (πέρα δηλαδή από τις σποραδικές ή πιο μόνιμες συνεργασίες τους). Να πηγαίναμε ας πούμε στους Fire!, το τρίο που έστησε ο Gustafsson το 2009 μαζί με τους Johan Berthling (μπάσο) και Andreas Werliin (τύμπανα), το οποίο μπορεί να αναπτύσσεται πλέον και σε πολύ μεγαλύτερο σχηματισμό (ως Fire! Orchestra), δεν λησμονεί όμως ποτέ τη δύναμη που υπάρχει στον σχηματισμό ενός τρίο (παράδειγμα εδώ)· ή να πάμε ως το Τέξας, όπου πλέον ζει ο Ingebrigt Håker Flaten και σ’ ένα σχήμα που έφτιαξε το 2014, τους Young Mothers, με τους οποίους κατάφερε να ενώσει εντός ενός δίσκου την ελεύθερη τζαζ με το χιπ χοπ, τις ροκ φόρμες, τις αναφορές στον Ingmar Bergman και τον Benjamin Britten και τα δάνεια από την παράδοση της Ουγκάντα (ένα παράδειγμα εδώ)· ή τέλος να φτάσουμε στη Large Unit του Paal Nilssen-Love με την οποία έχει προλάβει να ηχογραφήσει 4 LP και 2 7’’ singles σε διάστημα τετραετίας (να ακούγαμε δηλαδή το “Culius” –εδώ– ένα κομμάτι που αποτελείται ουσιαστικά από δύο, τα οποία αντιπαραβάλλονται και διαπλέκονται διαρκώς μεταξύ τους).

Νομίζω όμως πως, μετά από όλες αυτές τις διακλαδώσεις, είναι πρέπον να κλείσουμε το παρόν κείμενο με μία σύνθεση των ίδιων των The Thing –ίσως μια από τις πιο πωρωτικές τους. Ακούμε λοιπόν το “Viking” και ανυπομονούμε για την εμφάνισή τους στο ΙΛΙΟΝ plus, στις 26 του τρέχοντος.