search

ΑΡΘΡΑ

Ένας μικρός φόρος τιμής σε έναν αυθύπαρκτο και πλήρη τραγουδοποιό, που, ακόμα κι αν είχε πια γίνει «παλιοσειρά», εξακολουθούσε να στέκει ως ισχυρό αντίβαρο κόντρα στο κοιμήσικο rock των τελευταίων χρόνων...

Για κάποιον λόγο που δεν μπόρεσα ποτέ να διασαφηνίσω στο κεφάλι μου, ο Tom Petty ήταν πάντα νέος. Ήταν ο ξανθομπάμπουρας Νότιος που χαμογελά στο εξώφυλλο του Damn The Torpedoes (1979) και ο μοντέρνος καουμπόι με το ίσιο άχυρο μαλλί και το μαύρο καπέλο, όπως απαθανατίστηκε στο βιντεοκλίπ για το "Learning To Fly" (1991). Ήδη, βέβαια, αυτές τις 2 εικόνες τις χωρίζανε 12 χρόνια. Δεν μπόρεσαν όμως να τις κλονίσουν ούτε καν οι φωτογραφίες των τελευταίων ετών με τη γενειάδα, σαν κι αυτές που πρόσεξα μάλλον πρώτη φορά όταν ο Ζαννής Βούλγαρης μας έφερε ανταπόκριση από μια μεγαλειώδη συναυλία του στο Madison Square Garden της Νέας Υόρκης, τον Σεπτέμβριο του 2014 (κάντε κλικ εδώ).



Για κάποιον επίσης αδιευκρίνιστο λόγο, ο Tom Petty ένωνε. Ακόμα και στην Ελλάδα, όπου είναι ζήτημα αν τα ερτζιανά έπαιξαν για ένα διάστημα 2 ή 3 τραγούδια του. Ήταν μια γέφυρα, πάνω στην οποία μπόρεσαν κατά τη δεκαετία του 1990 να συνυπάρξουν ο παλιός κλασικοροκάς με τον νεαρόκοσμο του alternative· ή πιο μετά, στο καινούριο μιλένιουμ, ο θιασώτης του μοντέρνου hard & heavy ήχου με τα indie kids. Ας μην ξεχνάμε ότι και οι Strokes βάσισαν το καλύτερο τραγούδι που έγραψαν ποτέ σε ένα δικό του: κάτω από το "Last Nite" του 2001, βρίσκεται το "American Girl" του 1977. Δεν το παραδέχτηκαν αμέσως, μάλιστα, το έκαναν όμως τελικά και ο Tom Petty δεν τους κράτησε κακία. Ίσα-ίσα, τους κάλεσε να γίνουν το opening act στην περιοδεία του το 2006. Για να έχουμε και συνείδηση του αληθινού μέτρου ορισμένων πραγμάτων, έτσι;



Κάτι ακόμα που πολύ μ' άρεσε στον Tom Petty εντοπίζεται στο ότι ήταν Νότιος, μα με έναν δικό του τρόπο. Ίσως γιατί καταγόταν από τη Φλόριντα, μια πολιτεία η οποία με το ένα πόδι βρίσκεται στον νότο των Η.Π.Α. και με το άλλο στην Καραϊβική. Κι έτσι, η σχέση του με τον παράγοντα «country» διατηρήθηκε χαλαρή. Ακόμα και στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν την εξερεύνησε ως 20άρης με τους Mudcrutch –από τις στάχτες των οποίων θα γεννιούνταν οι Heartbreakers, το 1976– singles σαν το "Up Ιn Mississippi Tonight" (1971) ή το "Depot Street" (1975) δείχνουν ότι την αντιλαμβανόταν ως συνιστώσα σε έναν ρωμαλέο rock ήχο. Πίσω απ' όλα, κρυβόταν τελικά ο Elvis Presley, οι Beatles του Ed Sullivan show και οι Rolling Stones· «το δικό μου punk», όπως τους είχε χαρακτηρίσει ο Petty το 2014, μιλώντας στο CBS. Λίγο πάντως η χαρακτηριστική του προφορά, λίγο εκείνοι οι μακρινοί country αντίλαλοι, χάρισαν στην τραγουδοποιία του μια ξεχωριστή υφή.



Βεβαίως, θυμάμαι και εκείνους με τους οποίους τσακωνόμουνα για το γενικά λοιδορημένο από την κριτική Into The Great Wide Open (1991), που για μένα παίζει να είναι και το αγαπημένο μου άλμπουμ απ' όσα έκανε με τους Heartbreakers. Κατανοώ ασφαλώς ότι οι κιθάρες του Petty και η ραδιοφωνική αναγνωρισιμότητα που απόλαυσε εκείνα τα χρόνια με τραγούδια σαν το ομώνυμο ή το "Learning To Fly" υπήρξαν πράγματα της «άλλης όχθης» για τη νεανική αδρεναλίνη που τάχθηκε στους Nirvana και στους Pearl Jam. Νομίζω πάντως ότι, με τα χρόνια, τα βρήκαμε.



Και πιστεύω ότι συνέβη λόγω των Traveling Wilburys, του απίθανου δηλαδή σούπερ γκρουπ που έστησε ο Petty το 1988 με τους Bob Dylan, George Harrison, Jeff Lynne & Roy Orbison. Το πρώτο τους ειδικά άλμπουμ (1988), ρουτινιάρικα τιτλοφορημένο Vol. 1, ανήκει στα άχαστα rock της δεκαετίας του 1980. Το δεύτερο (1990), περιέργως τιτλοφορημένο Vol. 3, αποδείχθηκε άνισο και καλώς έπραξαν νομίζω τότε και δεν συνέχισαν το εγχείρημα: ό,τι υπήρχε να αρμεχτεί από τη μεταξύ τους χημεία, είχε κερδηθεί.



Αυτοί με τους οποίους μάλλον δεν θα τα βρω ποτέ, είναι όσοι θεωρούν τον Tom Petty τον Bruce Springsteen του φτωχού. Είναι γεγονός ότι δεν χαράχτηκε στο αμερικανικό φαντασιακό όπως το Αφεντικό· και πράγματι, τα τραγούδια του δεν είχαν –δεν τον ένοιαζε να έχουν– αυτό το «μεγάλο» που συχνά χαρακτήρισε τις δημιουργίες του Springsteen. Αλλά η κρίση περί Springsteen του φτωχού έχει τόση αξία, όση και η αποτίμηση του ίδιου του Springsteen ως Bob Dylan του φτωχού. Γιατί ο Tom Petty ήταν ένας αυθύπαρκτος και πλήρης τραγουδοποιός. Και άφησε πολλούς δίσκους να το αποδεικνύουν. Ήδη αναφέρθηκαν κάποιοι, η λίστα πρέπει απαραιτήτως να έχει και τα Full Moon Fever (1989) και Wildflowers (1994), και κάπου πιο κάτω το Hard Promises (1981) και το ντεμπούτο με τους Καρδιοθραύστες, Tom Petty & The Heartbreakers (1976).



Κι αν πλέον είχε γίνει όντως παλιοσειρά, όπως καταγράφηκε στο τελευταίο του στούντιο άλμπουμ Hypnotic Eye (2014), ο θάνατός του δεν μπαίνει και στη σφαίρα του «ήρθε το πλήρωμα του Χρόνου». Γιατί ήταν απώλεια μίας ακόμα rock σταθεράς, σε ένα σκηνικό όπου η λέξη ξεθωριάζει όλο και περισσότερο. Aπώλεια ενός ισχυρού και καθολικά σχεδόν σεβαστού αντι-Παραδείγματος σε όλα τούτα τα κοιμήσικα rock που ακούμε από διάφορες μπάντες του σήμερα. Μερικές, μάλιστα, ξεπατικώνουν τα δικά του διδάγματα για να διηγηθούν τις (συνήθως) βαρετές ιστορίες τους. They talk the talk, σίγουρα. Αλλά they don't walk the walk.