search

ΑΡΘΡΑ

Η "Candy", η επανασύνδεση των Stooges, τα γαλλικά ρομάντσα...

(προσαρμοσμένη αναδημοσίευση από το Sonik)

Ο Iggy και η “Candy” στη δεκαετία του 1990
της Κάλλιας Κακαλέτρη

Για τον Iggy Pop, η δεκαετία του 1990, παρότι απομακρυσμένη από τις εποχές που προσδιόρισαν δισκογραφικά τη δημιουργική του ευφυΐα, αποτέλεσε εκείνη τη χρονική συγκυρία που τον έφερε σε ένα ευρύτερο προσκήνιο ως μουσικό: προϋπάρχοντα τραγούδια γνωρίστηκαν με ένα πιο ανοιχτό ακροατήριο, το μεγατονικό Raw Power του 1973 επανακυκλοφόρησε με νέα μίξη –διαφορετική από του David Bowie– και ο ίδιος συνεργάστηκε με διάφορα προσφιλή ονόματα της εποχής, ενώ δεν ήταν ασήμαντη και η παρουσία του στα ερμηνευτικά δρώμενα, αλλά και στη μουσική τους επένδυση. 

Αφήνοντας πίσω τον Steve Jones των Sex Pistols, με τον οποίον συνεργάστηκε στο περίφημο Blah Blah Blah του 1986 (σε παραγωγή του Bowie) και στο σαφώς βαρύτερο ηχητικά Instinct του 1988, η νέα δεκαετία βρίσκει τον Iggy Pop σε αναζήτηση νέων προσώπων, τα οποία θα πλαισίωναν τις καλλιτεχνικές του ανάγκες και, πρωτίστως, την αμφιλεγόμενη περσόνα του. Η αναζήτηση βρήκε αντίκρισμα στη συνεργασία του με τον παραγωγό Don Was (που αργότερα θα εμπλακεί και σε δίσκους όπως το ευτυχές Time Takes Time του Ringo Starr και το κλασικό Voodoo Lounge των Rolling Stones) o οποίος, έχοντας εμπλακεί στο Cosmic Thing των B-52's έναν χρόνο πριν, έφερε σε επαφή τον Iggy με την τραγουδίστριά τους, Kate Pierson.

74sIgg_2.jpg

Κάπως έτσι άρχισε να παίρνει μορφή ο δίσκος Brick By Brick, μέσα από τον οποίο η “Candy” –το κλασικό πλέον ντουέτο του Pop με την Pierson– δεν άργησε να βρει τον δρόμο προς κάθε ραδιοφωνικό σταθμό και chart της εποχής. Αναμφίβολα η καλύτερη δισκογραφική στιγμή του Pop στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δεκαετίας, εξάλλου αποτελεί τον πρώτο και μόνο χρυσό δίσκο που κυκλοφόρησε ποτέ. Ως άλμπουμ, τώρα, το Brick Βy Brick είναι δομημένο πάνω σε ένα επαρκώς καλοστημένο σκεπτικό, με έμφαση κυρίως στη στιχουργική, στην τεράστια επιδραστικότητα της “Candy” και βέβαια στη συνδρομή γνωστών μουσικών, όπως οι Slash και Duff McKagan από τους Guns N' Roses και ο ντράμερ Kenny Aronnof (συνεργάτης μεταξύ άλλων των Smashing Pumpkins, Rolling Stones και Ray Charles). Παράλληλα, κατά την δημιουργία αυτού του δίσκου γνωρίστηκε και συνεργάστηκε με τον Whitey Kirst και τον Craig Pike, οι οποίοι θα τον συνοδεύσουν στην συνέχεια στις ζωντανές του εμφανίσεις για μεγάλο διάστημα.

Παρότι το Brick By Brick κυκλοφόρησε το 1990, ο Iggy Pop είχε ήδη χαρίσει μια εκτέλεση του τραγουδιού “Livin' On The Edge Of The Night” στην ταινία Black Rain του 1989. H νέα δεκαετία, μάλιστα, θα είναι κι εκείνη που θα περιλάβει τα πιο γνωστά δίπολα ταινιών και soundtracks στα οποία συμμετείχε: από την κλασική τρομο-κωμωδία Freddy's Dead: The Final Nightmare, όπου σε συνεργασία με τον Kirst θα συνδράμουν με το κεντρικό τραγούδι “Why Was I Born (Freddy's Dead)”, μέχρι τα πομπώδη φιλμ Arizona Dream (1993) και Trainspotting (1996). Στο μεν πρώτο έχει αφήσει εποχή η συνεργασία του Pop με τον Goran Bregovic, στο δε δεύτερο το “Lust For Life” έκανε την επανεμφάνισή του στο υπερεπιτυχημένο βρετανικό φιλμ, περνώντας πλέον στο υποσυνείδητο οποιουδήποτε μπορεί να μην είχε μέχρι τότε ιδέα για το πώς είναι ο Iggy Pop.

74sIgg_3.jpg

Κυνηγώντας παράλληλα και την υποκριτική σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, ο Iggy Pop βρίσκεται να πρωταγωνιστεί στην όπερα The Manson Family του John Moran (1990), ενώ συμμετείχε για ένα διάστημα και στην παιδική σειρά The Adventures of Pete and Pete, η οποία προβλήθηκε από το 1993 έως το 1996. Επιπλέον, προς το τέλος της δεκαετίας, το 1998, συμμετείχε και σε ένα επεισόδιο της σειράς Star Trek: Deep Space Nine.

Στο δισκογραφικό πεδίο, ύστερα από το Brick By Brick και τη συμμετοχή του παρέα με τη Debby Harry στη σειρά δίσκων Red Hot+Blue με το ντουέτο “Well Did You Evah?” (1990), ακολούθησε το άλμπουμ American Ceasar το 1993. Μία από τις στιβαρότερες ύστερες δουλειές του, με τη διάσημη επιγραφή «Parental Warning: This is an Iggy Pop record» έδωσε τα πολύ αναγνωρίσιμα τραγούδια “Wild America” και “Beside You”, καθώς και μια χαριτωμένη διασκευή στο κλασικό “Louie, Louie” των Kingsmen.

74sIgg_4.jpg

Στη συνέχεια ήρθε τo Naughty Little Doggie (1996), το οποίο περιείχε το “Look Away”, τραγούδι-αναφορά στη σχέση του Johnny Thunders των New York Dolls με τη διάσημη γκρούπι Sable Starr· σαν δίσκος, πάντως, γνώρισε μέτρια ανταπόκριση. Το 1999 ακολούθησε το σχετικά αδιάφορο Avenue B, και πάλι σε παραγωγή του Don Was, άλμπουμ-δείγμα των «πισωγυρισμάτων» της δημιουργικής σκέψης του Iggy Pop...

Με κάποιες καλές και κάποιες κακές στιγμές, που μάλλον ισοσκελίζονται στη ζυγαριά, η δεκαετία του 1990 ήταν κρίσιμη για τον Iggy Pop, πρωτίστως γιατί του προσέδωσε ένα προφίλ φιλικότερο προς το πλήθος. Η αμφιλεγόμενη επανασύνδεση με τους Stooges είναι πλέον κοντά, όπως και η δημιουργία των Trolls, που από το 2001 μέχρι σήμερα παραμένουν σε δράση, αφήνοντας να τίθεται υπό συζήτηση το κατά πόσο θα έπρεπε ή όχι να υπάρξει (τουλάχιστον δισκογραφικά) αυτή η επόμενη δεκαετία.

74sIgg_5.jpeg

Get A Life vs. Ready To Die
του Σπύρου Χυτήρη

Στο εξώφυλλο του Skull Ring (2003), το όμικρον του Pop είναι νεκροκεφαλή, όπως και το δαχτυλίδι που δίνει και τον τίτλο στον δίσκο (διαβάζω ότι φοράνε ίδιο ως ένδειξη φιλίας Iggy, Johnny Depp και Jim Jarmusch). Στο Préliminaires (2009) μια γυναικεία φιγούρα ξαπλωμένη, δυο ποτά, κι απέναντί της ένας τύπος με πρόσωπο νεκροκεφαλή. Στo Ready To Die των Stooges (2013), ο Iggy είναι ζωσμένος με δυναμίτες. Ο θάνατος όμως «χτύπησε» και πραγματικά, αφού το 2009 ο Ron Asheton (κιθαρίστας των Stooges στα δύο πρώτα κλασικά άλμπουμ και στο Τhe Weirdness της επανασύνδεσης) έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 60 ετών, από καρδιακή προσβολή.

Η επανασύνδεση των Stooges ψηνόταν ήδη από τα τέλη των 1990s, αλλά προηγήθηκε το προσωπικό άλμπουμ του Iggy, Beat Em Up (2001). Περισσότερο σκληρό απ’ ό,τι υπόσχονταν οι τελευταίοι του δίσκοι, είχε τις στιγμές του: ένας οργισμένος Iggy, με καλές ερμηνείες εν μέσω λεκτικών (επίθεση στις πολιτιστικές αξίες της σύγχρονης Αμερικής) και ηχητικών (μέταλ κιθάρες) ομοβροντιών. Το 2003 το ορίτζιναλ τρίο των Stooges (αδελφοί Asheton & Iggy) εμφανίσθηκε στο στούντιο για πρώτη φορά μετά το Raw Power του 1973, για 4 τραγούδια που περιλήφθηκαν στο Skull Ring.

74sIgg_6.jpg

Ο Ron Asheton –παραγκωνισμένος στο μπάσο από τον James Williamson στο ιστορικό εκείνο άλμπουμ που ο Kurt Cobain θεωρούσε καλύτερο δίσκο που είχε ακούσει στη ζωή του– επανήλθε θριαμβευτικά για να θυμίσει τον πρωτόγονο ήχο των Stooges του 1970, αν και οι συνθέσεις δεν είναι να τρελαίνεσαι, πέρα από παίξιμο και ερμηνεία. Το Skull Ring είχε κι άλλες στιγμές, εστίαζε όμως σε συνεργασίες και ονόματα (από Green Day και Peaches μέχρι τους Trolls, μπάντα που συνόδευε τον Iggy στα live), καταλήγοντας να είναι περισσότερο ποτ-πουρί, παρά ενιαία αισθητική άποψη.

Ο πρώτος ολοκληρωμένος δίσκος των Stooges, The Weirdness,  θα έβλεπε το φως το 2007. Δεν ήταν για πέταμα, αλλά ο κόσμος τότε είχε να ακούσει πολύ καλύτερο, φρέσκο υλικό από τον κόσμο του ροκ· σαν τους Arcade Fire, ας πούμε. Παρόλα αυτά, έβλεπε κανείς ένα γκρουπ που αν μη τι άλλο έμενε πιστό σε 'κείνες τις αξίες που το ίδιο έσπειρε και άλλοι θέρισαν στις επόμενες δεκαετίες, στα χωράφια των grunge-punk-metal φυλών της υδρογείου. Και 'κει που τους λες «άντε, τελειώνετε» σου πετάνε ένα “Mexican Guy” και τους ξαναλές «ΟΚ, συνεχίστε». Εν συνεχεία έρχεται ο θάνατος του Ron και αλλαγή πορείας για τον σόλο Iggy, 180 μοιρών.

Το Préliminaires (2009) κυκλοφόρησε με δηλώσεις του δημιουργού του ότι βαρέθηκε να ακούει «ηλίθιους νταήδες να βαροκοπούν κιθάρες». Μουσικά εμπνευσμένο από κλασικά τζαζ έργα και θεματικά από το έργο του Γάλλου συγγραφέα Michel Houellebecq, ήταν μια ευπρόσδεκτη αλλαγή, η οποία σίγουρα ενθουσίασε όσους τον αγάπησαν από το soundtrack του Arizona Dream. Το “Les Feuilles Mortes” –τραγουδισμένο από τον ίδιο στα Γαλλικά– δεν είναι άλλο από το στάνταρντ “Autumn Leaves” (των Joseph Kosma & Jacques Prévert). Εξαιρετική ερμηνεία, όπως και σε διάφορα άλλα του άλμπουμ (π.χ. “Spanish Coast”), που λογικά –αν σκεφτούμε την ηλικία πλέον του Iggy– και την πιθανότητα εντός όχι και τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος να μη μπορεί να ανταποκρίνεται στην έκκληση ενέργειας που απαιτεί το σκληρότερό του ιδίωμα, θα τον απασχολήσει ακόμα περισσότερο στο μέλλον. Το άλμπουμ διακατέχεται από ρομαντισμό, εσωστρέφεια και στοχασμό (πλούσιοι και παρακμή, έλλειψη συμπόνιας για τα δεινά όσων υποφέρουν) και σχεδόν ποτέ δεν θυμίζει τα freak-out του παρελθόντος. Στο “King Of The Dogs” συνοδεύεται μάλιστα από τζαζ μπάντα της Νέας Ορλεάνης.

74sIgg_7.jpg

Η φυσική συνέχεια του Préliminaires ακολουθεί με το Après (2012), ένα άλμπουμ αδέξιο στην προσκόλληση του Iggy Pop στα της γαλλικής κουλτούρας, αν σκεφτεί κανείς ότι από τις πρώτες νότες σε βάζει να συγκρίνεις το αυθεντικό “Et Si Tu N' Existais Pas” του Joe Dassin με τον Iggy· και ξέρετε ποιος χάνει, βέβαια (εδώ γελάω σχεδόν χαιρέκακα για τα μούτρα που σίγουρα έκαναν όσοι σκληροπυρηνικοί κατά καιρούς μου απαντούσαν υποτιμητικά, όταν τους έλεγα ότι μου αρέσει ο Dassin). Όχι γιατί ο Iggy είναι κακός, αλλά γιατί παίζει με τους κανόνες του Γάλλου χωρίς να είναι στο DNA του. Αν έκανε διασκευές θα το συζητούσαμε και σίγουρα εκεί θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Το ίδιο ισχύει για το “Michelle” των Beatles (μάλλον όχι και τόσο τυχαίο ότι οι αυθεντικοί στίχοι είχαν μια στροφή στα Γαλλικά), με την Edith Piaf (“La Vie En Rose”), αλλά και με τον Frank Sinatra (“Only The Lonely”) από την άλλη όχθη. Το ρομάντσο, για να είναι πειστικό, θέλει και κάποια διαφορετική ηλικία. Και σ’ αυτό το σημείο ο Iggy ακούγεται λίγο κουρασμένος.

Αλλά ο λύκος κι αν εγέρασε… Με τον Iggy δεν ξεμπερδεύει κανείς εύκολα, άλλωστε. Όπως είπε ο ίδιος για τον εαυτό του, «If I don’t terrorize I am not Pop».