search

ΑΡΘΡΑ

Είναι ο πρώτος που έκανε stage diving σε μια συναυλία στο Ντιτρόιτ, ο πρώτος που αποφάσισε πως έχει πλάκα να κυλιέσαι πάνω σε σπασμένα γυαλιά, ο πρώτος που αποφάσισε να αποκαλύψει το –ευμέγεθες‒ μόριό του επί σκηνής...

(προσαρμοσμένη αναδημοσίευση από το Sonik)

Είναι Νοέμβριος του 1967 και σε ένα κοινόβιο στο Ντιτρόιτ μια μπάντα τριών νεαρών κάνει την πρώτη της «συναυλιακή» εμφάνιση, σ' ένα πάρτι. Στο σπίτι βρίσκονται ακόμη μέλη των MC5 (το αρχετυπικό συγκρότημα της αμερικανικής μεγαλούπολης), καθώς και διάφοροι φίλοι τους, όπως άτομα από τον κύκλο των Grateful Dead. Οι Psychedelic Stooges –δηλαδή ο τραγουδιστής Iggy Pop και οι αδερφοί Asheton (ο Ron κι ο Scott σε κιθάρα και ντραμς αντίστοιχα)– πρόλαβαν να παίξουν μόλις για 15 λεπτά, καθότι κάηκε η ασφάλεια του ενισχυτή.

Όλοι όσοι βρίσκονταν στο κοινόβιο εκείνη τη στιγμή θυμούνται τη συγκεκριμένη νύχτα, όχι μόνο επειδή η μπάντα αυτή των τριών 20χρονων έπαιξε τόσο άτεχνα (αλλά και τόσο δυνατά, συνάμα), αλλά κι επειδή ο τραγουδιστής είχε βγει στην αυτοσχέδια σκηνή φορώντας λευκό μέικ-απ στο πρόσωπό του, έχοντας βάψει με έντονο χρώμα τα μάτια και τα χείλη του. Τραγούδησε ελάχιστα, έβρισε κόσμο από μικροφώνου κι έριξε και δυο-τρεις ροχάλες στους παρευρισκομένους, έτσι για να πάει καλά η βραδιά. Εκείνη την ημέρα, την ημέρα του Χαλογουίν για τους Αμερικανούς, γεννήθηκε όχι μόνο το πανκ (εύκολο συμπέρασμα…), αλλά και το ροκ ως πρόκληση, το ροκ ως πληθωρική σκηνική παρουσία και, κυρίως, το ροκ ως παράγοντας σύγχυσης.

75aIggy_2.jpg

Κι όμως, τίποτα δεν έδειχνε, 10 χρόνια πριν, ότι ο λιπόσαρκος αυτός τύπος που είχε αρπάξει δια της βίας τα βλέμματα όλων στο πάρτι, θα γινόταν ένας μουσικός με τόσα πολλα «θεματάκια» να λύσει επί σκηνής.


Γιατί ο James Newell Osterberg Jr., που γεννήθηκε στις 21 Απριλίου 1947 στο Αnn Arbor του Μίσιγκαν, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον τόσο προστατευμένο, ώστε δεν υπήρχε περίπτωση να παρεκκλίνει με κανέναν πιθανό τρόπο από την πεπατημένη πολλών συνομηλίκων του: το 1962, στη Γ’ Γυμνασίου του σχολείου Τάπαν, ψηφίστηκε, λόγω των εξαιρετικά ανεπτυγμένων social skills του και του ιδιαιτέρως υψηλού IQ του, ως «ο μαθητής που είναι πιο πιθανό απ’ όλους στο σχολείο να επιτύχει στη ζωή του». Μάλιστα, στην επετηρίδα του σχολείου του ο ίδιος υπέγραφε με περισσή –και παιδική– αλαζονεία ως «James Osterberg, ο μελλοντικός 43ος Πρόεδρος των Η.Π.Α.». Τέτοιες ήταν οι φιλοδοξίες του, αποκύημα της παιδείας που ειχε λάβει από τον πατέρα του, James Osterberg senior, καθηγητή στο επάγγελμα, και τη μητέρα του, Louella Christensen, μια πανέμορφη καλλονή δανo-σουηδικής καταγωγής.

75aIggy_3.jpg

Ο «Τζίμι», όπως τον φωνάζουν όλοι, είναι και ναρκισσιστής. Το 1963, στη Α’ Λυκείου, υιοθετεί το όνομα «Υάκινθος», από ένα ποίημα που ειχε γράψει ο ίδιος, και περιφέρεται στους διαδρόμους απαιτώντας να τον φωνάζουν έτσι. Τρώει ντομάτες, φυσικά, και χάνει λίγη από τη δημοφιλία του, μέχρι που γνωρίζει τα μέλη της πρώτης του μπάντας: τον Jim McLaughlin (καμία σχέση με τον συνονόματο Βρετανό κιθαρίστα των Mahavishnu Orchestra), τον σαξοφωνίστα Sam Swisher, τον μπασίστα Don Swickerath και τον (μαντέψτε καταγωγή) Nick Kolokithas στη ρυθμική κιθάρα. Οι 4 αυτοί 16χρονοι, με την προσθήκη του «Τζίμι» στα ντραμς, φτιάχνουν τους Iguanas, όνομα που διάλεξε ο ντράμερ, επειδή «το ιγκουάνα είναι το πιο κουλ ζώο στον πλανήτη».

Το 1965 οι Iguanas κυκλοφορούν σε single τη διασκευή τους στο “Mona” του Bo Diddley. Πωλούν 1.000 κομμάτια, κυρίως σε συναυλίες, και η μπάντα διαλύεται όταν ο «Iggy Osterberg» (ή σκέτο Iggy, εκ του Iguana) πάει στους Prime Movers, συγκρότημα όπου συμμετέχουν και τα αδέλφια Dan & Michael Erlewine. Ο τελευταίος μπορεί να μην σας λέει κάτι, αλλά είναι ο ιδρυτής του allmusicguide (AMG), του σπουδαίου μουσικού site που έχει γαλουχήσει γενιές (ατάλαντων) μουσικογραφιάδων, παρέχοντάς τους τη «μαγιά» για τα πιο εύκολα reviews της ζωής τους.

75aIggy_4.jpg

Το 1967 φτιάχνει τους, αρχικά Ψυχεδελικούς, και μετά νέτα-σκέτα Stooges με τους αδελφούς Ron & Scott Asheton και τον Dave Alexander. Πλέον είναι ο Ιggy Stooge, αλλά και πάλι δεν του κάθεται καλά ως όνομα, οπότε δανείζεται το «Pop» από ένα ντόπιο πρεζόνι και προσωπικό του ντίλερ χαπιών κι αμφεταμινών, τον Jim Popp. Όλο το 1968 κυλάει με συναυλίες, εμφανίσεις, ξανά μανά συναυλίες, τζαμαρίσματα στο στούντιο, οι Stooges ψάχνουν τη «φωνή» τους αλλά αργούν να τη βρουν, μισούν τους χίπηδες και το «Καλοκαίρι της Αγάπης» και θέλουν, ει δυνατόν, να τους δουν όλους νεκρούς. Τι μαλακίες είναι αυτές, στο Ντιτρόιτ ζούνε, τον απόπατο της Αμερικής, τη χειρότερη πόλη στις Η.Π.Α. για να μεγαλώσει ένα παιδί, πού τη βρίσκουν τόση ευθυμία;

Στις αρχές του 1969, ο Ντάνι Φιλντς της Elektra Records (δισκογραφικής των Doors, των Love και δεν συμμαζεύεται) πηγαίνει στο Ντιτρόιτ για να υπογράψει δισκογραφικό συμβόλαιο με τους «5 του Motor City». «Αν γουστάρεις εμάς, πρέπει να ακούσεις και τα μικρά μας αδερφάκια, τους Stooges, που παίζουν απόψε», προτείνει ο κιθαρίστας των MC5, Wayne Kramer, στον Φιλντς. Ο Φιλντς παθαίνει την πλάκα του και τους υπογράφει αμέσως συμβόλαιο.

75aIggy_5.jpg

Τον Αύγουστο του 1969, το πρώτο, ομώνυμο, άλμπουμ τους είναι γεγονός, ηχογραφημένο μέσα σε 4 μόλις μέρες, σε παραγωγή του John Cale των Velvet Underground. Αποτελεί, για το μέσο αυτί, μια ηχητική έκπληξη πρώτου μεγέθους: κάπως σαν να φεύγεις το πρωί με το τρένο για τη δουλειά επειδή χάλασε το αμάξι σου και να το βρίσκεις μετά παρκαρισμένο έξω από το γραφείο σου. Βάζεις κάτω τα τραγούδια ένα προς ένα (“1969”, “I Wanna Be Your Dog”, “We Will Fall”, “No Fun”, “Real Cool Time”, “Ann”, “Not Right”, “Little Doll”) κι αναρωτιέσαι τι σκατά σκέφτονταν όταν τα έγραφαν; Από ομαδικό σύνδρομο Tourrette έπασχαν; Τέτοιος επικήδειος για τη flower power γενιά, δεν έχει ξαναγραφτεί. Είναι σαν να διασκεύασαν το γνωστό κομμάτι του Scott McKenzie και να τραγουδούσαν «Σαν βγεις στον πηγαιμό για το Σαν Φρανσίσκο, βεβαιώσου πως θα μας κλάσεις τα αρχίδια».

Τον Σεπτέμβριο ο Iggy γνωρίζει (μέσω του Cale) τη Nico, τη Γερμανίδα chanteuse των Velvets, κι αρχίζουν σεξουαλικά πάρε-δώσε. Μαζί της εμφανίστηκε και σε ένα ασήμαντο φιλμ, το Evening of Light του François De Menil, με τον φακό του σκηνοθέτη να τους απαθανατίζει να χαμουρεύονται σε ένα χωράφι με πατάτες· τέτοια ντροπή ούτε ο Nicolas Cage, σε όλες τις ταινίες που έχει παίξει.

75aIggy_6.jpg

Την ίδια περίοδο οι 4 Stooges πιάνουν από κοινού ένα τεράστιο ξύλινο σπίτι στο νούμερο 2666 της οδού Πάκαρντ, στο Ann Arbor: το ονομάζουν Fun House και μέσα σε αυτό επιδίδονται σε όλων των ειδών τις (προ- και μετα-) εφηβικές μαλακίες: εκτός του ότι σουτάρουν ολημερίς κι ολονυκτίς ενδοφλέβιες ηρωίνης, έχουν και τη φαεινή ιδέα να παίρνουν τις σύριγγες μετά τη χρήση και να πιτσιλάνε με το αίμα που είχε παγιδευτεί σε αυτές τους τοίχους, τα πατώματα και ‒λαστ μπατ νοτ λιστ‒ ο ένας τον άλλον. Οι δε συναυλίες τους είναι πανηγύρι: ο Iggy είναι ο πρώτος που έκανε stage diving σε μια συναυλία στο Ντιτρόιτ, ο πρώτος που αποφάσισε πως έχει πλάκα να κυλιέσαι πάνω σε σπασμένα γυαλιά και να αιμορραγείς πάνω στο κοινό σου, ο πρώτος που αποφάσισε να αποκαλύψει το ευμέγεθες μόριο του επί σκηνής (Jim Morrison, λυπάμαι, έχασες) κι ο πρώτος που θεώρησε διασκεδαστικό να κάνεις εμετό πάνω στους συμ-παίκτες σου.

Και κάπου στα μεσοδιαστήματα, αφού στη μπάντα προστίθενται ο Steve Mackay στο σαξόφωνο και ένας πρώην roadie στη δεύτερη κιθάρα, ο Bill Cheatham, κυκλοφορούν το 2o άλμπουμ τους Fun House. Κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1970, έναν χρόνο πριν βγει στις κινηματογραφικές αίθουσες το Κουρδιστό Πορτοκάλι του Στάνλεϊ Κιούμπρικ και με κομμάτια όπως “Down Οn Τhe Street”, “Loose”, “TV Eye”, “Dirt”, “1970”, “Funhouse” και “L.A. Βlues”, αποτελεί μέχρι σήμερα το ιδανικό ροκ σάουντρακ για τις πράξεις του Alex DeLarge και των ντρούγκηδων φίλων του.

Τον επόμενο χρόνο το συγκρότημα θα διαλυθεί για πρώτη φορά εξαιτίας των προβλημάτων με τα ναρκωτικά που αντιμετωπίζει ο Iggy. Ο τραγουδιστής, χωρίς καν να έχει προλάβει να κλείσει τα 24 του χρονια, μοιάζει με ράκος, έχοντας τραβήξει τα όρια του οργανισμού του στα άκρα. Τουλάχιστον όμως, μέχρι τότε πρόλαβε να φτάσει κι άλλα πράγματα στα όρια τους: «Εγώ ήθελα να τραβήξω τη μουσική  όσο γίνεται μακρύτερα, να τη φτάσω στα άκρα», είχε πει κατόπιν σε μια συνέντευξή του. Έπρεπε να νιώθει περήφανος που το είχε καταφέρει. Ακόμη και με κόστος τη σωματική και ψυχολογική του υγεία.