search

ΑΡΘΡΑ

Η αιώνια διαφάνεια μίας ερωτευμένης καρδιάς...

«Η θλίψη είναι τόσο εύκολο να εκφραστεί, αλλά τόσο δύσκολο να ειπωθεί» (Joni Mitchell)

Η Joni Mitchell είναι ένας ζωγράφος, που ζει μέσα σε ένα κουτί με μπογιές. Και στην πιο ουσιαστική έκφανση της καλλιτεχνικής της ύπαρξης, ανοίγει αυτό το κουτί και ζωγραφίζει όλο το φάσμα της μελαγχολίας, της αποτυχίας του έρωτα και της άνευ περιστροφών ξεγύμνωσης του ευάλωτου κόσμου της, με μία σωρεία αποχρώσεων του Μπλε.

Στα αγγλικά, η λέξη «μπλε» εκφράζει το χρώμα, αλλά και τη διάθεση της μελαγχολίας. Στο Blue, το αριστούργημα του 1971, γίνεται παράλληλα και ο μεγάλος εκφραστής του κέντρου βάρους του δίσκου: μία χρωματική υποστασιοποίηση του έρωτα της Mitchell. Είναι το μπλε, αλλά και ο Μπλε. Έτσι, όταν τραγουδάει στο ομώνυμο κομμάτι
«Μπλε, ένα κοχύλι για σένα
μέσα του θ' ακούσεις έναν αναστεναγμό
ένα θολό νανούρισμα
Εκεί είναι το τραγούδι μου για σένα»
χωράει μέσα σε μία μόνο λέξη τον υπόκωφο πόνο ενός ηττημένου έρωτα, τη μελαγχολία της μοναξιάς και την παραδοχή πως οι άνθρωποι περνάνε.  

79joni_2.jpg

Ορμώμενη εκ του Καναδά, μιας μεγάλης χώρας που γεννά υψηλούς διανοητές της μουσικής τέχνης (Neil Young, Leonard Cohen, Gordon Lightfoot, Arcade Fire, …Justin Bieber) η νεαρή τροβαδούρος ταξίδεψε το 1965 προς την Καλιφόρνια, επιδιώκοντας μια καριέρα. Μετά από 3 δίσκους (Songs Τo Α Seagull, Clouds, Ladies Οf Τhe Canyon) και ένα σερί από εμπορικά και δημοφιλή τραγούδια ("Big Yellow Taxi", "Both Sides Now", "Woodstock") κάνει ένα διάλειμμα από τις εμφανίσεις για να γλείψει τις πληγές της από τον πρόσφατα διαλυμένο δεσμό της με τον Graham Nash και την τρέχουσα προβληματική της σχέση με τον James Taylor. Μέσα σε αυτό το διάστημα, αντί να απομακρυνθεί από τον πόνο, η τραγουδοποιός γέρνει επάνω του, χρησιμοποιώντας τον έτσι ώστε να γίνει εκφραστής μίας πρωτοφανούς ειλικρίνειας. Τα τραγούδια του Blue είναι όλα με κάποιον τρόπο σκισμένες σελίδες από το ημερολόγιό της, φανερώνοντας μία μνημειώδη οικειότητα, η οποία οριακά σου προκαλεί αμηχανία.

79joni_3.jpg

Το Blue μετράει την επιτυχία του στην καθολικότητα του. Λίγα έργα τέχνης έχουν καταφέρει να μετατρέψουν μία πρώτη ύλη τόσο βαθιά προσωπική, σε κάτι που να συνεχίσει να αφορά τον δημιουργό αλλά να περιγράφει αντιστοίχως επιτυχημένα εμένα, εσένα, τους γονείς μας και τα παιδιά μας. Κυκλοφορώντας το 1971, εν μέσω του φασαριόζικου bravado των Rolling Stones και του Rod Stewart, ο δίσκος εισαγάγει μία ειλικρίνεια που μέχρι τότε άγγιζε το ταμπού, ακόμα και στην εμπορικότερη συνάδελφο της Mitchell, Carole King και το αριστούργημά της Tapestry (επίσης 1971).

Ο έρωτας είναι πόνος. Η αγωνία και η απογοήτευση είναι το τίμημα που πληρώνουμε για την έκσταση του σεξ, της ένωσης των ανθρώπων και της πραγματικής, παράφορης αγάπης. Και η Mitchell είναι άψογα συντονισμένη στις περιπλεκόμενες κλωστές της απόλυτης χαράς και της απόγνωσης.

Μέσα από τα λόγια και τα ηχητικά τοπία που ζωγραφίζει η μουσική του Blue, αναπηδά από την ανάλαφρη, μποέμικη διάθεση στιγμών σαν τα "Carey" και "California", στην εύθραυστη μελαγχολία του "River" και του ομώνυμου "Blue", αλλά περπατά και τη γραμμή μεταξύ των δύο στο εναρκτήριο "All I Want", χωρίς καν να προσπαθεί να διαχωρίσει τον έρωτα από το μίσος ή την απόλαυση από τον πόνο. Σε μία κατάσταση συναισθηματικής διαφάνειας –σαν τη ζελατίνα που καλύπτει το κουτί με τα τσιγάρα (όπως άλλωστε το περιέγραψε και η ίδια)– η Mitchell είναι απόλυτα λογικό να αντλεί ετερόκλητες αναφορές από τον εσωτερικό της κόσμο. Στην πιο ευάλωτή της στιγμή, αντιμέτωπη με τα πιο ταραχώδη και ευμετάβλητα συναισθήματά της, αντικατοπτρίζει επακριβώς τις θυελλώδεις διακυμάνσεις των ερωτευμένων ανθρώπων. Η μουσική της σε αυτόν τον δίσκο γίνεται έτσι μία σπουδή πάνω στις διαθέσεις: μία μηχανή που χτίζει σκηνές και στιγμές, μία κατασκευή φωνής και ποίησης.



Στο προαναφερθέν "All I Want", η τραγουδοποιός ανοίγει τον δίσκο με ένα προσεχτικό, μετρημένο παίξιμο στην κιθάρα διά χειρός James Taylor –του άντρα για τον οποίον (μάλλον) έχει γραφτεί το τραγούδι. Οι στίχοι έχουν φραζάρισμα, ρυθμικότητα και τοποθέτηση που προδίδουν αυτί ποιητή. Συχνά, μάλιστα, αποδεικνύονται πιο αποτελεσματικοί όταν λέγονται ανέμελα και (φαινομενικά) χωρίς ειδικό βάρος.
«Βλέπεις πως με πληγώνεις;
Έτσι σε πληγώνω κι εγώ»
Η tracklist συνεχίζει με το “My Old Man”, ένα ανάθυμα στον δεσμό με τον Graham Nash, αλλά και μία διακριτική αναφορά στον έρωτα μεταξύ δύο μουσικών –ένα τραγούδι που βρίσκει καταφύγιο στην τρυφερότητα και στη θερμότητα μιας αγκαλιάς.
«(Αυτός) Είναι η πιο ζεστή συγχορδία που έχω ακούσει
Παίξε αυτήν τη ζεστή συγχορδία και μείνε»

Ανάμεσα όμως στους ανώφελους έρωτες, η Mitchell βρίσκει χώρο να αντλήσει και από τα πιο ενδόμυχά της μυστικά στο "Little Green", που δεκαετίες αργότερα αποδείχτηκε πως γράφτηκε για την κόρη που έδωσε για υιοθεσία όταν ήταν ακόμη 20 χρονών. Παράλληλα, στο μείγμα προστίθεται και η νοσταλγία για το σπίτι της, η οποία της δημιουργήθηκε στη δική μας Κρήτη, με τον ζεστό αφρικανικό άνεμο να της υπενθυμίζει πως, παρά τους καλοκαιρινούς έρωτες, το σπίτι της (και οι ανολοκλήρωτες υποθέσεις) βρίσκονταν έναν ωκεανό μακριά, στα "Carey" και "California", δύο τραγούδια όπου αντηχεί το dulcimer των Απαλαχίων.

79joni_4.jpg

Kαι κάπου εδώ, με τα έγχορδα να αφήνονται στην άκρη και τα δάχτυλα της Mitchell να πασχίζουν να πλέξουν το αφήγημα της απόγνωσης στο πιάνο, έρχεται το ομώνυμο "Blue" και η «άλυτη» μελωδική γραμμή του. Ένα τραγούδι που ισορροπεί μεταξύ του ευχαριστήριου, της εξομολόγησης και του αντίο, είναι μία απόσταξη του πόνου, ίσως η πιο προσωπική στιγμή σε έναν δίσκο γεμάτο από προσωπικές στιγμές. Γεμάτο με εικόνες οι οποίες παραπέμπουν στη θάλασσα, διανθισμένο με αναφορές στα διονυσιακά ήθη της γενιάς του Woodstock και με τη φωνή της να φτάνει δυσθεώρητα ύψη στο πιο εύθρυπτο και εξομολογητικό σοπράνο τραγούδισμα, είναι ένα κομμάτι που άπτεται των προβλημάτων της σχέσης της με τον Taylor, με τον τελευταίο να είναι τότε εθισμένος στα ναρκωτικά και με εκείνη να ακουμπάει με το ελαφρύτερο χέρι τους δαίμονες του.
«Όλοι λένε πως η κόλαση είναι ο πιο hip προορισμός
Eγώ δεν το πιστεύω, αλλά λέω να ρίξω μία ματιά
Μπλε, σε αγαπάω»

Το "River" και το "Case Οf You" φιγουράρουν το ένα δίπλα στο άλλο, όμοια μόνο στην ομορφιά και στην κατασκευή τους. Το πρώτο ανοίγει με τον πιο φαινομενικά στερεοτυπικό τρόπο: την καθολική μελωδία του "Jingle Bells", γραμμένη παρόλαυτα σε ελάσσονα κλίμακα με την ήδη υπάρχουσα μελαγχολία των γιορτών να ξεχύνεται μέσα από κάθε του μέτρο. Το πιάνο είναι σχεδόν αναποφάσιστο, μετέωρο μεταξύ των εικόνων που ζωγραφίζουν οι στίχοι της Mitchell, έρχεται όμως να χρωματίσει με τις πλατιές πινελιές ενός νοσταλγικού κυανού τις γκρίζες ζωγραφιές των παγωμένων χειμώνων του Καναδά· ανοίγοντας τον δρόμο ενός παγωμένου ποταμού, ώστε να καταφέρει να πατινάρει σπίτι της η αποθαρρυμένη δημιουργός. Μέχρι και η φωνή της επιμένει στις λέξεις, τις διατηρεί να αντηχούν σαν την τελευταία έκκληση κάποιου καθώς απομακρύνεται πάνω στον πάγο. Ακόμα κι έτσι, η Mitchell κάνει κάτι που λίγοι τραγουδοποιοί (και λίγοι άνθρωποι) έχουν καταφέρει να επιτύχουν και αναλαμβάνει ευθύνες για την αποτυχία.
«Εύχομαι να είχα έναν ποταμό
Για να πατινάρω μακριά
Εύχομαι να είχα έναν ποταμό τόσο μακρύ
Θα μάθαινα στα πόδια μου να πετούν
Εύχομαι  να είχα έναν ποταμό
Έκανα το μωρό μου να πει αντίο»



Και η αποτίμηση της χαμένης σχέσης έρχεται με το "Case Of You", ένα τραγούδι-σπουδή στην τέχνη της στιχουργικής. Εδώ, η Καναδή παρομοιάζει το μεθύσι του έρωτα με τον ιερό οίνο που κυλάει στις φλέβες της, βλέπει το πρόσωπο του εραστή της επάνω στο σχήμα της πατρίδας της και παραδέχεται την επήρειά του στην τέχνη της, με μέρος του να ξεχύνεται από μέσα της στους στίχους. Μέσα από το όλο τραγούδι, η Mitchell ιχνογραφεί την εικόνα μίας ζωής σε συντρίμμια, έρωτα, ενθουσιασμό και εγκατάλειψη.

Κατά κοινή παραδοχή, η Joni Mitchell είναι μία από τις μεγαλύτερες τραγουδοποιούς στο μουσικό στερέωμα. Ο τρόπος με τον οποίον έβλεπε τη σύνθεση ήταν τελείως ασυνήθιστος, με τις απλές μελωδίες της να είναι ευλύγιστες και σε διαρκή επανεφεύρεση εαυτού. Τις οδηγούσε έτσι ώστε να κάμπτονται, να διογκώνονται και να κυλάνε, αλλά τις αντιμετώπιζε και με τρόπο ευλαβικό, με έναν ρυθμό θρησκευτικής σχεδόν φύσης. Τα κουρδίσματά της είναι εκατοντάδες και τελείως ασυνήθιστα, χάρη στην αδυναμία του αριστερού της χεριού να έχει ευλυγισία στην ταστιέρα (λόγω της πολυομυελίτιδας που πέρασε μικρή), με τον ήχο της να διακατέχεται από μία μοναδικότητα μέσα στον χρόνο. Χωρίς αυτήν, τραγουδοποιοί σαν την Kate Bush, την Tori Amos, τη Regina Spektor, τη Laura Marling και την Joanna Newsom μάλλον θα βρίσκονταν σε πολύ διαφορετικό μονοπάτι. Και ο Bon Iver με τον James Blake θα έχαναν μία από τις σημαντικότερές τους αναφορές.

79joni_5.jpg

Παρόλαυτα, ενώ ακόμα και ο Bob Dylan έχει παραδεχτεί την επιδραστικότητά της, η γενική γνώμη δεν τη φέρνει στην ίδια ευθεία με εκείνον σε κομβικότητα και βαρύτητα. Η ανησυχία της και η απροθυμία της να βολευτεί στις κοινωνικές δομές καθρεπτίζουν αυτές των αντρών συναδέλφων της, αλλά μέσα από το θηλυκό της πρίσμα γίνονται ανεπιθύμητες: μία γυναίκα που δεν σε χρειάζεται, δεν χρειάζεται. Παράλληλα, η ευαισθησία της και η πραότητα της προσέγγισής της ήρθαν στις αρχές των 1970s σε ευθεία αντιπαράθεση με την αρσενική χλαλοή των μουσικών γύρω της. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως όλοι οι άντρες δημιουργοί που την παραδέχονται σαν άμεση επιρροή, είναι όσοι βρίσκονται σε μεγαλύτερο συντονισμό με την ευαίσθητη και τρυφερή υπόστασή τους. «Όλες μου οι μάχες ήταν με τα αντρικά Εγώ», θα πει η ίδια.

Όσο κι αν αλλάζω μέσα στα χρόνια, όσες μεταβλητές κι αν προσθέτουν οι εμπειρίες στις εξισώσεις των ανθρωπίνων σχέσεων, όσο κι αν αντλώ αναφορές από διαφορετικές πηγές για να αποκωδικοποιήσω το περιβάλλον και τα συναισθήματά μου, μία αναφορά βρίσκω να μένει πάντα σταθερή· το Blue. Οι έρωτές μας (τουλάχιστον στο ήδη υπάρχον κοινωνικό πλάισιο) έχουν αναπόδραστα δύο πιθανές καταλήξεις. Στο καθεστώς της μονογαμίας, όλες οι σχέσεις μας –εξαιρώντας ίσως μία– θα καταλήξουν στην απογοήτευση. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Joni άδει τις τριβές, την πάλη και το άλγος των ερωτικών επαφών.

Αλλά, πάνω απ' όλα, τραγουδά για τη μεγάλη Ομορφιά της αγάπης και της τρυφερότητας, για την αβάσταχτη ανάγκη της σιγουριάς για την Τέχνη σου, για την εσωτερική επιταγή να συνεχίζεις να δημιουργείς και για τη βεβαιότητα πως εκπέμπεις εκ των έσω, έχοντας φτάσει στον πυρήνα σου μετά από επίπονη ανασκαφή. Όχι σαν αυτοτιμωρία, μα γιατί είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίον ξέρεις να ζεις.