search

ΔΙΕΘΝΗ

Βουκολική φυσιολατρία με cascadian ταυτότητα και funeral doom βηματισμούς από την ελληνικής καταγωγής Αμερικανίδα Yianna Bekris, σε ένα ατμοσφαιρικό άκουσμα, χωμένο στα δάση της βορειοδυτικής ακτής των Η.Π.Α.

Label | Artemisia
Κυκλοφορία | 11/2018
Βαθμολογία | 6,5

Μπορεί τα one-woman συγκροτήματα να μην είναι το πιο συνηθισμένο φαινόμενο στο black metal, όμως τα πράγματα είναι παραδοσιακώς καλύτερα στον χώρο, σε σχέση με κάποια άλλα μεταλλικά υποείδη. Από τους 3rd & The Mortal και τις δικές μας Astarte μέχρι τη Sarah Jezebel Deva των Cradle Οf Filth, τη Dana Duffey των Αμερικανών Demonic Christ και το πρόσφατο φαινόμενο Myrkur, υπάρχει μια σποραδική μα σταθερή γυναικεία παρουσία στη σκηνή. Μία από τις νεότερες προσθήκες στον τομέα αυτόν είναι και η Αμερικανίδα, ελληνικής καταγωγής, Yianna Bekris, την οποία γνωρίσαμε από τους Eigenlicht και το ομώνυμό τους ντεμπούτο (2018).

Για το όνομα του νέου της προσωπικού σχήματος, η Bekris αντλεί από την ελληνική γλώσσα (όπως άλλωστε και για το neofolk project της, Vradiazei). Βουνά, λοιπόν, άρτια εφαπτόμενα με την cascadian σκηνή, στις παρυφές της οποίας κινείται η καλλιτέχνις, τόσο με τους Eigenlicht, όσο και με το καινούριο της εγχείρημα. Άλλωστε η κυκλοφορία του δίσκου γίνεται από την Artemisia Records, εταιρία των Wolves In The Throne Room.


Μουσική, στίχοι και ατμόσφαιρα σμίγουν σε μια βουκολική φυσιολατρία, η οποία ατενίζει το black metal των βορειοδυτικών Η.Π.Α. (υπάρχει μεγάλη λατρεία για τους Wolves In The Throne Room εδώ), το funeral doom και το χαρμάνι των Agalloch. Μέσα σε αυτά εμφιαλώνονται κρυστάλλινες synth ατμόσφαιρες που νοσταλγούν τη Σκανδιναβία των 1990s, κάποιες ακουστικές neofolk στιγμές, καθώς και η φωνή της Bekris. Μια φωνή που φέρει κάτι άχρονο, και απλώνεται με μεγαλειώδη και συνάμα ήρεμο τρόπο (και λόγω παραγωγής) ως ομίχλη πάνω από τα «όρη» του δίσκου.

Ο βηματισμός είναι ριζωμένος στους ρυθμούς του funeral doom εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων (όπως τα blastbeats στο πρώτο κομμάτι, “A Place Τo Rest”), αλλά το ξεδίπλωμα της μουσικής δεν μένει στη μονολιθικότητα του είδους. Θρέφει αντιθέτως μια ικετική, περιγραφική χροιά, η οποία αντικαθιστά την τελετουργική κατήφεια του doom με τη μελαγχολική σαγήνη απέναντι στα μυστήρια του κόσμου. Υπάρχει επίσης μια σαφής μουσική σύνδεση με τους Eigenlicht όσον αφορά τα αιθέρια μυστικιστικά θέματα, που κορυφώνεται στο 4ο κομμάτι, αδερφάκι ουσιαστικά του μεσαίου τμήματος του “Hagia Sophia”.

Η συνθετική διαδικασία θέλει λίγη δουλειά, μιας και τα κομμάτια δεν είναι εξ ολοκλήρου αξιομνημόνευτα. Ενώ δηλαδή ο δίσκος έχει ομοιογενή ατμόσφαιρα, δεν φαίνεται να διακατέχεται από μια κεντρική ιδέα που θα ταξινομήσει το υλικό εντός ενός μεγαλύτερου μοτίβου. Παρόλα αυτά το ντεμπούτο των Vouna είναι ένα από τα καλά πράγματα που έχει βγάλει τελευταία η ληθαργική cascadian σκηνή (όπως ήταν και το άλμπουμ των Eigenlicht), και θέτει έτσι γερές βάσεις για το μέλλον του project. Πάνω από όλα, όμως, ο δίσκος είναι ένα ατμοσφαιρικό, αταβιστικό άκουσμα χωμένο στη φύση των δασών της βορειοδυτικής ακτής των Η.Π.Α., άκρως κατάλληλο για τον θεσπέσιο χειμώνα που διανύουμε.