search

ΔΙΕΘΝΗ

Στο καλύτερο και πιο αυθεντικό τους υλικό μέχρι σήμερα, οι Νορβηγοί δομούν πάνω σε παραδοσιακά όργανα και σε μια διατρέχουσα μελαγχολία, φτιάχνοντας έναν δίσκο απόλυτα ταιριαστό με το αναμμένο τζάκι της εποχής...

Label | By Norse Music
Κυκλοφορία | 11/2018
Βαθμολογία | 8

Το κινηματογραφικό στυλ των Wardruna δεν με κέρδισε ποτέ ολοκληρωτικά: το ένιωθα πάντα λίγο πιο βομβαστικό, φανφαρώδες και υπερφίαλο από όσο θα έπρεπε, ώστε να ευωδιάσει παραδοσιακό αέρα.

Το στυλ αυτό, όμως, έκανε το νορβηγικό γκρουπ ιδιαίτερα δημοφιλές και έντυσε πολύ επιτυχημένα σκηνές από την τηλεοπτική σειρά Vikings. Ο ιθύνων νους Einar Selvik, ο οποίος συνεργάστηκε και με τον Ivar Bjørnson στα πολύ καλά Skuggsjá (2016) και Hugsjá (2018), ολοκλήρωσε την τριλογία Runaljod με το Ragnarok προ διετίας, κλείνοντας έτσι ένα κεφάλαιο για τους Wardruna.


Φέτος, οι Νορβηγοί επιστρέφουν με ιδιαίτερα αλλαγμένο πρόσωπο, παραθέτοντας με το Skald κάτι που μοιάζει με ιντερλούδιο ανάπαυσης και περισυλλογής –ίσως μια αναπαράσταση των 9 ημερονύχτιων που παρέμεινε κρεμασμένος στο δέντρο Ύγκντρασιλ ο Όντιν, προκειμένου να κερδίσει τη σοφία των ρούνων. Πρόκειται για έναν δίσκο δομημένο πάνω στη σκαλδική τέχνη της εξιστόρησης, ο οποίος στηρίζεται εξ ολοκλήρου σε ακουστικά, παραδοσιακά όργανα με υποτονική διάθεση συνοδείας, έχοντας τη φωνή του Selvik στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Πρόκειται επίσης για το καλύτερο και πιο αυθεντικό υλικό που έχουν ηχογραφήσει μέχρι σήμερα.

Στο Skald, οι Wardruna αποβάλλουν τον αχρείαστο όγκο που τους βάραινε έως τώρα, ξεγυμνώνοντας τον ήχο σε έναν μινιμαλιστικό σκελετό, που μπορεί να περάσει επιτυχημένα ως μουσική περασμένων αιώνων. Τα όργανα που χρησιμοποιούνται είναι τα taglharpa, kravik lyre και goat horn, ριζωμένα και τα τρία στη σκανδιναβική παράδοση. Η χρήση τους δεν έχει να κάνει τόσο με τη δημιουργία ολοκληρωμένων θεμάτων (κάτι που αναλαμβάνουν οι φωνητικές γραμμές), όσο με (άκρως απαραίτητες) πινελιές ατμόσφαιρας και έμφασης μέσα στις συνθέσεις. Η φωνή του Selvik είναι που κυριαρχεί και στεριώνει το κάθε κομμάτι, ξεδιπλώνοντας ένα εύρος το οποίο απλώνεται από το στρυφνό στο ιδιαίτερα ζεστό (με την έννοια της θαλπωρής που εσωκλείουν οι σηματοδότες της παράδοσης). Πρωταγωνιστούν επίσης τα παλαιά νορβηγικά, τα οποία αναγκάζουν τη γλώσσα του ερμηνευτή να στρίβει με έναν μοναδικό τρόπο.

Το υλικό του Skald δεν είναι αμιγώς καινούριο: εδώ εντοπίζονται επανεκτελέσεις τριών παλιότερων κομματιών των Wardruna, καθώς και συνθέσεις τις οποίες ο Selvik είχε παρουσιάσει ζωντανά στο παρελθόν. Το υλικό αυτό ηχογραφήθηκε μονοκόμματα και ζωντανά στο στούντιο, κάτι που βγαίνει προς τα έξω όσον αφορά τη ζεστή ατμόσφαιρα που κυριαρχεί –είναι σα να κάθεσαι πλάι στη φωτιά και στο σκάλδο που αφηγείται. Υπάρχει επίσης εδώ και μια διατρέχουσα μελαγχολία, η οποία θυμίζει τις ambient απόπειρες του Varg Vikernes (το Dauði Baldrs του 1997 και το Hliðskjálf του 1999), καθώς και την έμμετρη απόδοση του "Havamal" από τον Sveinbjörn Beinteinsoon, αλλά σε λιγότερο γεροντίστικη εκδοχή. Όσο για τις απαρχές της έμπνευσης, μεταξύ αυτών θα πρέπει να θεωρηθεί και η Fornnordiska Klanger συλλογή του 1984.

Ακραία επικό, αυθεντικό και παραδοσιακό, το Skald επιτυγχάνει να δημιουργεί πολλές δονήσεις σε υποδόριο επίπεδο. Κοινωνεί με το συλλογικό ασυνείδητο της βόρειας παράδοσης και το μεταλαμπαδεύει με μετρημένη προσήλωση στο άχρονο, μυθολογικό παρόν. Απόλυτα ταιριαστός με κάποιο αναμμένο τζάκι ή σόμπα, ο καλύτερος δίσκος των Wardruna βγήκε την κατάλληλη εποχή.