search

ΔΙΕΘΝΗ

Προσφέρει τη φωνή του Maynard James Keenan στην ωριμότητά της, είναι όμως «λίγο» για το όνομα του συγκεκριμένου γκρουπ –ενώ βάζει και σε σκέψεις για το ποιον του επόμενου δίσκου των Tool...

Label | BMG
Κυκλοφορία | 4/2018
Βαθμολογία | 6

Πέρασαν ήδη 14 χρόνια από το (από διάφορες απόψεις) πολύ μακρινό 2004, χρονιά κυκλοφορίας του Emotive, 3ου δίσκου των A Perfect Circle· ενός από τα οχήματα έκφρασης του Maynard James Keenan των Tool.

Από την πρώτη ανάσα τους, οι A Perfect Circle (με έτερο βασικό πυλώνα τον Billy Howerdel) κατάφεραν να αποκτήσουν βαρύ όνομα, τόσο λόγω του στάτους των μελών τους, όσο και χάρη στην ποιότητα του μουσικού υλικού. Η αναγνώριση της μπάντας και το υλικό της –όπως αντίστοιχα συνέβη και με τους Tool– διαπέρασε είδη και υποκουλτούρες, με το συγκρότημα να προσφέρει αρκετά στη διαμόρφωση του rock του 21ου αιώνα· ό,τι κι αν είναι αυτό πλέον.


Το Eat The Elephant, 4ο βήμα των Αμερικανών, είναι ένας άρτια στημένος δίσκος (όχι πως θα περίμενε κανείς κάτι λιγότερο), που χαρακτηρίζεται πρωτίστως από υποτονικότητα· τουλάχιστον εν συγκρίσει με το παρελθόν. Αυτό έχει να κάνει τόσο με την αύξηση των πλήκτρων και των ήρεμων ηλεκτρονικών μερών, όσο και με τον υπέροχο τρόπο με τον οποίον έχει ωριμάσει η φωνή του Keenan. Το αποτέλεσμα τείνει προς το χαλαρό art rock, ακόμα και την pop, ενίοτε μάλιστα και τη μουσική δωματίου. Διατηρώντας ελάχιστα από την όποια σκοτεινιά και μεταλλικίζουσα δύναμη του παρελθόντος: τη θέση της παίρνουν εύθραυστα (αν και ενίοτε παιχνιδιάρικα) προσωπεία. Υπάρχουν βέβαια νύξεις σκληρού ήχου (όπως κάτι οριακά metal κιθάρες στο “The Doomed”), δεν αντιπροσωπεύουν όμως το όλο δημιούργημα –οι μέρες του alternative metal είναι αμετάκλητα περασμένες.

Το στυλ του δίσκου ανιχνεύει τις ρίζες του σε ένα ψηφιδωτό επιρροών: από τους Muse και τον David Bowie, στους Depeche Mode της μεσαίας περιόδου και τη synth pop των Pet Shop Boys. Οι Killers και ο Bryan Adams ήρθαν επίσης στο μυαλό κατά την έναρξη και εξέλιξη του mega-hit (και μακράν καλύτερου κομματιού) “So Long, Αnd Thanks For All Τhe Fish”. Το οποίο αποτελεί, πέραν οτιδήποτε άλλου, και φόρο τιμής σε προσφάτως χαμένους ήρωες της ποπ κουλτούρας, όπως ο Bowie και η Carrie Fisher· μια ελεγεία προς ένα βάρβαρα απομακρυνόμενο πρόσφατο παρελθόν.

Το φλέγον ερώτημα βέβαια είναι το κατά πόσο δύο άνθρωποι που πρωτοπόρησαν μιάμιση-δυο δεκαετίες πίσω μπορούν και έχουν πλέον να πουν κάτι ουσιαστικό στη μουσική σκηνή του παρόντος. Στιχουργικά, ο Keenan διχάζει: από τη μία υπάρχει εδώ καλοδεχούμενη κριτική των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων, όπως και της πολιτικής αποχαύνωσης. Από την άλλη διακρίνεται διάχυτος ένας διδακτισμός. Μια αίσθηση αφ’ υψηλού αποστασιοποιημένης κριτικής και μια υφέρπουσα δυσανασχέτηση για τη νέα γενιά, η οποία βρωμάει υπεροπτική παππουδίλα.

Η δυσκολία αφής του παλμού του παρόντος φαίνεται όμως και στην έλλειψη συνθετικής καινοτομίας. Υπάρχουν βέβαια καλά τραγούδια στο Eat The Elephant, όπως το προαναφερθέν “So Long, Αnd Thanks For All the Fish”, το “Disillusioned”, το “The Doomed” και το “Delicious” –με φανταστική ερμηνεία εκ μέρους του Keenan. Φαίνεται δηλαδή πως ο Howerdel παραμένει ευφυής μουσικός. Όμως το όλο αποτέλεσμα ακούγεται σαν σούμα των δύο περασμένων δεκαετιών· Δεν έχει να προσφέρει κάτι καινούριο, ενώ φαίνεται να έχει χάσει πολύ σε σπιρτάδα.

Το άλμπουμ είναι λοιπόν καλό αλλά λίγο, όσον αφορά το όνομα του σχήματος. Έχει να προσφέρει την εξαίσια φωνή του Keenan (σαφέστατα το καλύτερο υλικό εδώ), πολύ ωραίες μελωδίες, κάποιους σκεπτόμενους  στίχους, καθώς και ορισμένα εξαιρετικά κομμάτια. Δεν ικανοποιεί όμως τη μακροχρόνια απουσία, ενώ βάζει σε σκέψεις και για το ποιον του επόμενου δίσκου των Tool. Αν αυτός κυκλοφορήσει ποτέ.