search

ΔΙΕΘΝΗ

Αν και η sci-fi ταπετσαρία ξεπέφτει μερικές φορές σε ένα ανούσιο retrowave κυνήγι, το τρίο από το Μπρίστολ εκπλήσσει εδώ με μελωδίες απρόβλεπτες, του είδους που μπορεί και να μουρμουρά κανείς στο μπάνιο του...

Label | Invada/Temporary Recidence
Κυκλοφορία | 9/2018
Βαθμολογία | 7

Όσοι έχουν ακουστά τους Beak, τους ξέρουν ως τη δεύτερη μπάντα «του τύπου εκείνου από τους Portishead», εννοώντας τον ντράμερ Geoff Barrow, τον άνθρωπο που κάνει όλη τη βρώμικη δουλειά στο δημοφιλές, βρετανικό γκρουπ και εκτιμώ πολύ για το μουσικό του μυαλό. Όσοι πάλι έχουν μεγαλύτερη οικειότητα με το τρίο από το Μπρίστολ, γνωρίζουν ότι οι δύο πρώτοι τους δίσκοι κρύβουν μερικά από τα πιο εγκεφαλικά, μοτορικά jams της τελευταίας δεκαετίας. Γνωρίζουν επίσης πολύ καλά πως η μουσική τους δεν είναι απλώς groove και πρόζα, αλλά απαιτεί αφοσίωση, εμβάθυνση και χρόνο για να ξεδιπλωθούν πλήρως οι δυνατότητές της. Πράγματα δηλαδή τα οποία δεν περισσεύουν στον αρχετυπικό ιχνηλάτη της ψηφιακής εποχής.

Τα ίδια ακριβώς ισχύουν και για την τελευταία δουλειά των Beak, με τη μόνη διαφορά πως εδώ η βεντάλια των ηχητικών αναφορών μεγαλώνει θεαματικά: στην ψυχεδέλεια και στο kraut, προστίθονται τώρα synth punk, ambient, electro, disco rock, folk και progressive rock. Μερικές φορές, οι υβριδικές αυτές ακροβασίες πετυχαίνουν, όπως λ.χ στο εναρκτήριο “The Brazilian”, το οποίο με την psych post-rock ταυτότητά του ακούγεται λες και βγήκε από τους τίτλους sci-fi σειράς. Ανάλογα επιτυχείς είναι όμως και στο synth motorik του single “Brean Down”, που φέρνει συνειρμικά κάτι από το Third των Portishead (2008), καθώς και στο κεντρικό για τον δίσκο electro rock έπος “Alli Sauvage”. Στον αντίποδα, τα “Harvester” και “When We Fall” είναι τα δύο αποτυχημένα παραδείγματα της παραπάνω συνθετικής προσέγγισης· αμφότερα, τρίβουν στη μούρη του ακροατή τη νοσταλγία και τη ρετρό αισθητική, με τρόπο ενοχλητικό.


Γενικά, υπάρχουν δύο κυρίαρχα αφηγήματα που «τρέχουν» στο >>> και, ανάλογα με την ανάγνωσή τους, λαμβάνουν διαφορετικό κριτικό πρόσημο. Το πρώτο αφορά έναν φανερό προσανατολισμό προς τις μελωδίες. Είναι αυτές που φαίνεται να κινούν και να πηγαίνουν τις συνθέσεις εκεί όπου θέλουν, άλλοτε εμμονικά και γραμμικά, άλλοτε με τρόπο συναρπαστικό και απρόβλεπτο. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει εστίαση σε μία λογική κομματιών τα οποία μπορούν, ας πούμε, να τραγουδηθούν ή να μουρμουρηθούν στο μπάνιο· πράγμα περίεργο για μία μπάντα όπως οι Beak.

Κατά δεύτερον (και πιο σημαντικό), υπάρχει μία sci-fi ταπετσαρία που κυριαρχεί αισθητικά στο >>>. Αυτή, στις καλές της στιγμές, γίνεται αντιληπτή ως ένας καλώς εννοούμενος ρετροφουτουρισμός, ενώ στις ακόμη καλύτερες προσδίδει στον δίσκο hauntology διαστάσεις. Αλλά η άσχημή της έκφανση μεταφράζεται σε ένα ανούσιο ηχητικό κυνήγι της retrowave τάσης. Και η ακόμη πιο άσχημη, πέφτει στην παγίδα της κοινότοπης δυστοπίας.

Συμβαίνει όμως κάτι ακόμη περίεργο και οξύμωρο με το >>>: τα περισσότερα κομμάτια του θυμίζουν με βεβαιότητα κάποιο άλλο, που όμως ποτέ δεν μπορείς να ονομάσεις ακριβώς. Έχουν δηλαδή κάτι το απόκοσμα οικείο (ή το ανοίκειο), ένα αίσθημα που παραμονεύει μετά από κάθε ακρόαση δίσκων των ίδιων των Beak, αλλά και των Broadcast ή των Boards Of Canada. Σε κάθε περίπτωση, η τελευταία τους δουλειά απαιτεί αφοσίωση, εμβάθυνση και χρόνο για να φανερώσει όλα τα παραπάνω. Αρκεί να μην είστε ο αρχετυπικός, ιχνηλάτης της ψηφιακής εποχής και να τα διαθέσετε.