search

ΔΙΕΘΝΗ

Συνθέτουν ένα χαρμάνι που προσπαθεί πολύ να περάσει ως παρδαλό και τρελούτσικο, μα τελικά αποδεικνύεται αληθινά (και τραγικώς ειρωνικά, δεδομένου του τίτλου) άχαρο...

Label | Drag City
Κυκλοφορία | 7/2018
Βαθμολογία | 5

Ξεκινώ να γράφω σχετικά με τη νέα (δεύτερη, μετά το Hair του 2012) συνεργασία του Ty Segall με τον Tim Presley (aka White Fence), φοβούμενος πως ό,τι χρειαζόταν να ειπωθεί για την περίπτωση του πολυγραφότατου Αμερικανού ρόκερ υπάρχει ήδη στην κριτική του Άγγελου Κλειτσίκα για ένα ακόμα από τα φετινά του άλμπουμ, το Freedom Goblin (εδώ).

Από μιαν άλλη άποψη, βέβαια, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι είναι άδικο για τον Καλιφορνέζο το να επιμένουμε, όποτε αναφερόμαστε στην περίπτωσή του, τόσο πολύ στα περί αναβίωσης, αφού η ανακύκλωση υπήρξε πάντοτε βασική πρακτική της λαϊκής κουλτούρας: ακόμα και καλλιτέχνες όπως οι Beatles ή ο Διονύσης Σαββόπουλος, τους οποίους σήμερα θεωρούμε ως κομβικούς για επιμέρους κομμάτια της εξέλιξής της, δεν δίστασαν τις απευθείας αναφορές σε πράγματα που είχαν προηγηθεί. Όμως είναι αλήθεια πως σήμερα το φαινόμενο μοιάζει να έχει μεγαλύτερη ένταση από ποτέ, όπως και ότι περιπτώσεις σαν αυτή του Segall –αλλά και του έτερου Καππαδόκη, του White Fence– έχουν καβαλήσει το κύμα με τέτοια ζέση και σπουδή, ώστε πολλές φορές περνούν για τα καλά τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον φόρο τιμής και την απομίμηση.


Εστιάζοντας στο προκείμενο, το Joy έρχεται και πλασάρεται ως ένα σύντομο και συμπυκνωμένο άλμπουμ: τα 15 κομμάτια του προλαβαίνουν να πουν «γεια» και «αντίο» εντός μισαώρου. Στο μεταξύ, προλαβαίνουν να τσαλαβουτήσουν έξαλλα σε διάφορες ιδέες (ή υποψίες ιδεών), δίνοντας την αίσθηση ότι αποτελούν μέρη ενός μεγάλου τζαμαρίσματος, χωρίς ιδιαίτερο νοιάξιμο για συνοχή ή συνέπεια. Ο τίτλος μάλλον σε αυτό αναφέρεται, άλλωστε: στην ανεμελιά με την οποία το δίδυμο προσεγγίζει το γράψιμο και την ηχογράφηση της συλλογής. Υπάρχει, με άλλα λόγια, μια συνεχής αίσθηση εδώ ότι οι δυο τους καναλάρουν εκείνη την παιδικότητα που πολλές φορές συνυφάνθηκε με το psych πεδίο το οποίο αναπλάθουν με ιδιαίτερη πιστότητα εντός του δίσκου.

Δεν είναι πάντως μόνο η προσωπικότητα του Syd Barrett που ρίχνει βαριά τη σκιά της εδώ, καθώς υπάρχει μια ευρύτερη παλέτα καλλιτεχνών που έδρασαν εκεί στα μέσα προς τέλη των 1960s (αλλά και λίγο μετά), η οποία παρέχει το έδαφος για τις ασκήσεις ύφους των δύο μουσικών: οι φωνητικές αρμονίες των Byrds, η ροκ άποψη των Who, η ασουλούπωτη μουσικότητα των γκαραζοκαταστάσεων, και άλλα ακόμα, που ενδεχομένως μου διαφεύγουν, περνούν φευγαλέα από το κάδρο· συνθέτοντας ένα χαρμάνι που προσπαθεί πολύ να περάσει ως παρδαλό και τρελούτσικο. Η προσπάθεια, πάντως, δεν στέφεται από ιδιαίτερη επιτυχία. Αντίθετα, οι δύο μουσικοί μοιάζουν εδώ ανίκανοι να μεταφέρουν την ενεργητικότητά τους προς τη μεριά του ακροατή. Ακόμα κι όταν κραυγάζουν χαρωπά «rock is dead, rock is dead» (στο “Hey Joel, Where You Going With That?”), ο αντίκτυπος φτάνει σαν να έχει περάσει από σιγαστήρα.

Είναι δύσκολο, τελικά, να παραβλέψεις την επίμονη αίσθηση μιμητισμού που αποπνέουν τέτοιου είδους ηχογραφήματα, αν δεν βρεις ουσιαστικές λαβές στις συνθέσεις. Το Freedom Goblin, το Slaughterhouse του 2012 και κάμποσοι ακόμα δίσκοι του Ty Segall –και το Hair ακόμα– μπορεί να ήταν στον ίδιο βαθμό παρελθοντολάγνοι και μιμητικοί, είχαν όμως να προσφέρουν πολλά στον τομέα «fun», καθώς και υψηλό επίπεδο τραγουδιών. Τώρα που αυτά εκλείπουν, το κόλπο ξεσκεπάζεται. Μπορεί στην τελική σούμα το Joy να μην προκύπτει ως ξεκάθαρα κακός δίσκος, χάρη κυρίως σε κάποιες στιγμές προς το τέλος, όπου επικρατεί μια κάποια «λογική» (“Tommy’s Place”, “My Friend”). Όμως στο μεγαλύτερο μέρος του είναι ένας δίσκος αληθινά (και τραγικώς ειρωνικά) άχαρος.

Η πολυτέλεια του διαδικτύου και οι «σκαπανείς» του απόκρυφου μουσικού παρελθόντος που αυτή εξέθρεψε έχουν παίξει τον ρόλο τους στην παρατεταμένη νοσταλγία που εκφράζεται γύρω μας υπερηφάνως. Ως συνέπεια αυτού, πλήθυναν όσοι καλλιτέχνες φτιάχνουν δίσκους με πατρόν το τάδε ή το δείνα διαμαντάκι που αδίκως αγνοήθηκε στην εποχή του. Με μια τέτοια λογική συνέπραξαν και οι Καλιφορνέζοι Segall και Presley για να φτιάξουν το Joy. Αλλά, για κακή τους τύχη, κατέληξε να ακούγεται σαν ένα ακόμα από εκείνα τα ξεθαμμένα άλμπουμ που μάλλον δεν θα χάναμε και τίποτα αν συνεχίζαμε να αγνοούμε την ύπαρξή τους.