search

ΔΙΕΘΝΗ

Ένας δίσκος με απόλυτα προσωπικό χαρακτήρα, κάπου μεταξύ μαύρης pop, γκόσπελ λειτουργιών στον αμερικάνικο νότο και black metal, που μοιάζει με μελωδική κατάβαση στις σελίδες της Σολομωνικής...

Label | MKVA
Κυκλοφορία | 6/2018
Βαθμολογία | 7,5

Πριν 2 χρόνια, ο Manuel Gagneux είχε ταράξει τα νερά του ακραίου metal με το ΕΡ Devil Is Fine των Zeal & Ardor, του οποίου πλέον αξιοπρόσεχτο χαρακτηριστικό ήταν η μίξη black metal και gospel. Όπως είχα γράψει τότε (εδώ), η προσέγγιση ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και εσώκλειε τους σπόρους για κάτι το εξαιρετικό, η υλοποίηση όμως χώλαινε. Ήταν περισσότερο μια κυκλοφορία πειραματισμού και βολιδοσκόπησης επιλογών, καθώς μέσα υπήρχαν πινελιές από διάφορα είδη, κάποιες εκ των οποίων διόλου επιτυχημένες (όπως με trip-hop και R'n'B).

Η έλλειψη συγκέντρωσης και συνοχής ήταν λοιπόν βασικό αγκάθι στο σώμα εκείνης της δουλειάς. Δυο χρόνια μετά, όμως, ο Gagneux έχει ευτυχώς κοσκινίσει τις πολυάριθμες ιδέες που άνοιγαν πλήθος πιθανών μονοπατιών όσον αφορά το μέλλον του συγκροτήματος και έχει κατασταλάξει σε αυτά που έπρεπε –δηλαδή ρυθμική μουσική με gospel μανδύα και black metal απολήξεις.


Η αύρα του Stranger Fruit είναι ριζωμένη στον νότο των Ηνωμένων Πολιτειών και στην πνευματικότητα των Αφροαμερικανών, αυτό το χωνευτήρι αφρικανικών θρησκειών, Καθολικισμού και ευρωπαϊκού Πνευματισμού. Εδώ το πνεύμα από μεταμεσονύχτιες τελετές σε σταυροδρόμια συνυπάρχει με την προσπάθεια σκλαβωμένων ανθρώπων για σχηματισμό ταυτότητας. Ψάχνοντας αντιστοιχίες με την pop κουλτούρα, στέκομαι στην εικόνα της Νέας Ορλεάνης όπως αυτή αποτυπώνεται στο Preacher κόμικ του Ennis, σε κάποια διηγήματα του Ambroce Bierce με δόσεις από το Angel Heart του Alan Parker (1987) και στο πρώτο Gabriel Knight της Jane Jensen (1993). Η θεματική των στίχων είναι λοιπόν γεμάτη νεκροφόρες άμαξες, εξωτικά ονόματα δαιμόνων, βλασφημίες προς έναν αδιάφορο θεό και πολύ αίμα.

Στο Stranger Fruit οι πολλοί και ανούσιοι πειραματισμοί έχουν σταματήσει, αφήνοντας τον Gagneux να εστιάσει στα gospel, στη μαύρη pop και στην παλλόμενη ρυθμικότητα, πάντα σε συνδυασμό με την εικόνα του για το black metal. Πρώτο ρόλο έχουν φυσικά τα φωνητικά, τα οποία στην πλειονότητά τους είναι τελείως ξένα προς τα στεγανά του metal –αφηγητικά, με εγγενή pop ρυθμό, με το χαρακτηριστικό εκείνο αρθρωτικό λάκτισμα που συνήθως θεωρούμε αφροαμερικανικό.

Τα φωνητικά αυτά έρχονται σε πολλαπλές στρώσεις: πότε λειτουργούν σαν να πλαισιώνουν ραδιοφωνικές (πλην ποιοτικές) μελωδίες και πότε υμνούν τον Κύριο (έστω και από την ανάποδη). Δεν φτάνουν ποτέ ακριβώς την αυστηρή έννοια της πολυφωνικότητας, αλλά βγάζουν άψογα την ατμόσφαιρα μιας λειτουργίας σε υπαίθρια εκκλησία του αμερικάνικου νότου. Όταν μάλιστα γυρίζουν σε black metal μονοπάτια, σκούζουν σαν απεσταλμένοι της απόγνωσης. Ο Gagneux δείχνει έτσι με την απόδοσή του τόσο την τεχνική κατάρτιση, όσο και την ενστικτώδη αντίληψη της μελωδίας που διαθέτει η φωνή του.

Οι κιθάρες ξύνουν: είτε στο παρασκήνιο, βάζοντας πινελιές ατμόσφαιρας, είτε εμφανώς κυριαρχικά, εκεί όπου αναπαριστούν το αποκορύφωμα ανεστραμμένων χριστιανικών τελετών και τη δαιμονική κοινωνία. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις η εξ ορισμού απόκοσμη φύση του black metal κάνει υπέροχη αντίθεση με τη γειωμένη ρυθμικότητα των gospel και των pop φωνητικών μελωδιών, καταλήγοντας σε μια πολύ ενδιαφέρουσα δραματικότητα με κινηματογραφική αίσθηση. Όσο για το ποιόν των μεταλλικών μουσικών τμημάτων, το εύρος είναι ικανό –από σχεδόν power metal μέχρι Beherit βάσανα και καταιγίδες (στο κολασμένο μεσαίο μέρος του “Waste”). Όλα αυτά διακοσμούν την ουσία: ένα ρυθμικό μέρος όπου τα όρια μεταξύ οργάνων (μπάσο και τύμπανα) και φωνής γίνονται ασαφή. Αυτή η ρυθμικότητα είναι που δίνει απόλυτα προσωπικό χαρακτήρα στο άλμπουμ.

Δεν θα μπορούσε να υπάρξει λοιπόν ιδανικότερη εξέλιξη του Devil Is Fine. Οι Zeal & Ardor βρήκαν την κατεύθυνσή τους, εμβάθυναν σε αυτήν και έβγαλαν έναν δίσκο που φαντάζει σαν μια γεμάτη μελωδία και παλμό κατάβαση στις σελίδες της Σολομωνικής, ως μια καλοδεχούμενη συνάντηση με τον διάβολο σε κάποιο σταυροδρόμι.