search

ΔΙΕΘΝΗ

Πελαγοδρομεί μουσικά και λιμνάζει στιχουργικά, με αποτέλεσμα τραγούδια που όλο και κάτι θέλουν να πουν, μα απομένουν λειψά, αναξιομνημόνευτα και κομματάκι πεζά...

Label | Sub Pop & Bella Union
Κυκλοφορία | 6/2018
Βαθμολογία | 5

Κάθε εποχή έχει τους ήρωές της. Και ο Josh Tillman, δαφνοστεφανωμένος από κοινό και κριτικούς, είναι σίγουρα ένας από τους ήρωες του καιρού μας.

Η 4η δουλειά του ως Father John Misty έρχεται μόλις έναν χρόνο μετά την προηγούμενη. Θα μπορούσε γι' αυτήν τη βιασύνη να ευθύνεται ο διχασμός που έφερε στο ακροατήριό του το Pure Comedy (2017), ένα άλμπουμ οξείας κριτικής στα σύγχρονα ήθη, αλλά και άνισης διαχείρισης των μέσων από πλευράς του. Το God’s Favorite Customer είναι σαφώς πιο βατή κατάθεση: 10 τραγούδια, τα οποία απλώνονται σε μόλις 38 και κάτι λεπτά, σε αντίθεση με τα 74+ που καταλάμβαναν τα 13 του Pure Comedy. Μοιάζει έτσι να αποτελεί ένα «αντίδωρο» για τους πονοκεφάλους που προκάλεσε το τελευταίο.


Όμως, τι απομένει από την περσόνα του Father John Misty αν αφαιρέσεις τις μεγαλειώδεις ενορχηστρώσεις του I Love You, Honeybear (2015) και τις τρολιές και το βιτριολικό χιούμορ του Pure Comedy, όπως συμβαίνει εδώ; Όχι και πολλά, είναι η απάντηση που έχει να δώσει τούτο το έργο. Τα νέα τραγούδια, ενώ έχεις την αίσθηση ότι όλο και κάτι πάνε να πουν, απομένουν τελικά λειψά, αναξιομνημόνευτα, κομματάκι πεζά.

Οι θεματικές με τις οποίες καταπιάνεται ο Tillman έχουν εξερευνηθεί ξανά και ξανά από τον ίδιο, κι έτσι μοιάζουν απλώς να αραδιάζονται ως παραπομπές: έρωτας, θάνατος, Θεός, και τα ρέστα. Δεν υπάρχει κάτι νέο να μας πει επ' αυτών, απλώς μας υπενθυμίζει τις εμμονές του και τις αναπλάθει ως καταστάσεις και διαθέσεις, σε λιμνάζουσες αφηγήσεις που συνήθως δεν βγάζουν πουθενά, γιατί απλώς δεν υπάρχει το «κάπου» στο μυαλό του δημιουργού τους.

Αλλά και μουσικά, το God's Favorite Customer πελαγοδρομεί. Οι soft rock παράτες, που θυμίζουν τον Elton John ή τον John Lennon του Mind Games (τα 1970s, σε κάθε περίπτωση), αποτελούν την επιτομή του déjà-vu, ενώ και οι ερμηνείες, με straight τραγούδισμα να εναλλάσσεται με φαλσέτο, είναι πια τόσο προβλέψιμες στο κουλ σουλούπι τους, ώστε αποδυναμώνουν ακόμα και τις δυνατές μελωδικές στιγμές.

Ως συνήθως, βέβαια, υπάρχει και μια «λοξή» στιγμή (“Date Night”), όπου ο Tillman περνάει στη lo-fi επικράτεια του Beck με ολίγη από Dandy Warhols, αλλά κι αυτή χάνεται τελικά κάπου στη θολούρα –τη δική της και του συνόλου. Πέραν των “Mr. Tillman”, “Please Don’t Die” και “Disappointing Diamonds Are The Rarest Of Them All” (ωραίος τίτλος αυτός), σχεδόν τίποτε άλλο δεν επιμένει στο μνημονικό, όσο κι αν επαναληφθούν οι ακροάσεις. Για κάποιο πραγματικά μεγάλο τραγούδι (σαν το περσινό “Leaving LA”, το οποίο ήταν μεγάλο απ' όλες τις απόψεις), ούτε λόγος.

Ο δίσκος τούτος πλασάρεται ως ένα παράθυρο με θέα στο ποιος πραγματικά είναι ο Josh Tillman. Λοιπόν, αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, ο «αληθινός» Tillman δεν μοιάζει να διαφέρει και πολύ από τον ψεύτικο, πέραν του ότι είναι σαφώς λιγότερο γαμάτος. Παραμένει ήρωας, ένας ήρωας μεταπράτης έστω, αλλά μοιάζει πια κουρασμένος, ίσως και χορτασμένος από τη δόξα και τη ζιζανιάρικη εισχώρησή του στους πίνακες επιτυχιών. Καθώς ποζάρει στο εξώφυλλο κουρεμένος και σενιαρισμένος, μοιάζει με έναν Σαμψών της τραγουδοποιίας, ο οποίος έχει χάσει τη ζέση και τη δύναμή του, και στοχάζεται την επόμενη κίνησή του –ή απλώς παλεύει με την ανία του.

Όμως για τον αγαπημένο του πελάτη, σίγουρα έχει ο Θεός.