Ένας από τους πυλώνες του καπιταλιστικού συστήματος και της ίδιας της νεωτερικότητας είναι ο διαχωρισμός μεταξύ εργασίας και προσωπικού χρόνου, μια αποσύνδεση της παραγωγής από την όποια δραστηριότητα της «ιδιωτικής» ζωής. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την πραγματιστική ιεράρχηση της ρουτίνας του βιοποριστικού μόχθου πάνω από τον σαφώς πιο απολαυστικό, αλλά ήσσονος «πραγματικής» σημασίας, ελεύθερο χρόνο.

Οι δύο περσόνες του Daniel Rostén ταιριάζουν στο προαναφερθέν δίπολο, καθώς οι Marduk (όπου τραγουδάει ως Mortuus) είναι αυτοί που τον βιοπορίζουν, ενώ το προσωπικό σχήμα Funeral Mist (όπου κυκλοφορεί ως Arioch) μπορεί να θεωρηθεί η δραστηριότητα του ελεύθερου χρόνου του –ή έστω εκείνη που δεν έχει να κάνει με κάποια ρουτίνα. Φωτιά και λαύρα βέβαια θα πέσει να κάψει όποιον ισχυριστεί πως οι Marduk (τουλάχιστον της περιόδου του Rostén) είναι σημαντικότεροι από τους Funeral Mist. Οι τελευταίοι, παρά τη λακωνική τους δισκογραφική παραγωγή, στιγμάτισαν το black metal των '00s, ιδίως το orthodox παρακλάδι, με δύναμη που μόνο οι Deathspell Omega ξεπερνούν. Εννιά χρόνια λοιπόν μετά το Maranatha επιστρέφουν με 3ο ολοκληρωμένο δίσκο ονόματι Hekatomb, και με ένα εξώφυλλο λιγότερο γλαφυρό και προκλητικό από ό,τι μας είχαν συνηθίσει.

Οι πρώτες πάντως μουσικές εντυπώσεις δείχνουν μια επιστροφή στην ακρότητα και ευθύτητα του Salvation (2003), με τους πειραματισμούς του Maranatha να έχουν μειωθεί αρκετά. Ο Arioch ξαναθυμάται πόσο λατρεύει την ασφυκτική ορμή του “Buried By Time & Dust” των Mayhem (πάνω στο οποίο πάτησε αρκετά στο ντεμπούτο του, ας μην ντρεπόμαστε να το πούμε) και μας ανεβάζει στα κάγκελα με υπεργρήγορα σημεία, κορωνίδα των οποίων είναι ολόκληρο το 3ο κομμάτι του Hekatomb, “Shedding Skin”. Ακούμε επίσης πολλά αλληλοκαλυπτόμενα riffs-ξυράφια, μπασοτύμπανα με διάθεση πυροβάτη, και αρχοντικά φωνητικά άπλετης ποικιλίας, τα οποία παίρνουν το παιχνίδι πάνω τους.

Για μία ακόμη φορά, το λαρύγγι του Arioch αποδεικνύεται σπουδαίο, οδηγώντας κυριαρχικά την αρρωστημένη μαυρίλα των Funeral Mist. Η εκφραστικότητά του γραπώνει, ρουφάει και απλώνει αρθρωτούς ρόγχους πάνω στους στίχους. Ούτε η μελωδία λείπει όμως από το Hekatomb: ανθίζει ως ατμοσφαιρικό black metal, τόσο κιθαριστικά, όσο και με απόκοσμα πλήκτρα, τα οποία παίρνουν μάλιστα και Burzum χροιά, τινάζοντας σύννεφα δραματικότητας (“Hossanna” και “Pallor Mortis”).

Ένα από τα χαρακτηριστικά των Funeral Mist είναι η μουσική εικονοπλαστικότητα, ο τρόπος δηλαδή με τον οποίον φωνή και όργανα δίνουν μια τρισδιάστατη υφή στους στίχους, προσφέροντας πολύτιμη ζωντάνια. Δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα από το κορυφαίο κομμάτι του δίσκου, το “Cockatrice”, όπου το ομώνυμο μυθολογικό πλάσμα αποκτά γκροτέσκα υπόσταση και στιλπνή υφή μέσω των λεπιδοπτερικών riffs και της χιτινώδους χροιάς των φωνητικών.

Τα 14 χρόνια του Rostén στους Marduk δεν έχουν αφήσει πολλά κουσούρια στην προσωπική του μπάντα. Η παραγωγή παρουσιάζει κάποια κοινά στοιχεία, ενώ υπάρχουν και mid-tempo σημεία που θα μπορούσαν εν δυνάμει να έχουν τη συναυλιακή χροιά των Marduk. Από εκεί και πέρα, όμως, το Hekatomb είναι ξεκάθαρα Funeral Mist. Λιγότερο βιτριολικό από το Maranatha, καταλήγει να είναι ο πιο προσιτός δίσκος της μπάντας: μια μαύρη ιερουργία, η οποία μοιάζει βγαλμένη από τις πιο ωμές σελίδες της Παλαιάς Διαθήκης, με σμήνη εντόμων, ψαλμωδίες, και κάποια samples γλωσσολαλικού παροξυσμού να απαιτούν την απόγνωση μπροστά στη θεϊκή οργή.

{youtube}-sPG5t-SecM{/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured