search

ΔΙΕΘΝΗ

Για μία ακόμα φορά, o Μίδας του σύγχρονου hip hop δεν σου αφήνει περιθώρια πλήξης, καθώς βγάζει έναν δίσκο που βρίθει από προσωπικότητα, ευρηματικότητα και περιεχόμενο...

Label | GOOD/Def Jam/Universal
Κυκλοφορία | 6/2018
Βαθμολογία | 7,5

Πριν περάσουμε στην κριτική του δίσκου, να ξεκαθαρίσουμε ότι το κείμενο αυτό ούτε θα ασχοληθεί με τις πρόσφατες, απερίσκεπτες δηλώσεις του Kanye West για τα 400 χρόνια δουλείας των Αφροαμερικανών, ούτε θα σχολιάσει τη στήριξή του στον πρόεδρο των Η.Π.Α., ούτε έχει επηρεαστεί με οποιονδήποτε τρόπο από την αμφιλεγόμενη δημόσια συμπεριφορά του. Αλίμονο εάν μια «διαγωγή κοσμιοτάτη» αποτελεί προϋπόθεση της καλλιτεχνικής καταξίωσης· εκτός κι αν ξεχνάμε ότι ο Morrissey ξεπλένει παιδόφιλους, ο Michael Jackson κοιμόταν με μικρά αγόρια και ο James Brown κακοποιούσε συστηματικά και βάναυσα τη σύζυγό του.

Ο ίδιος ο Kanye West, πάντως, εμφανίζεται για πρώτη φορά στον νέο του αυτόν δίσκο απόλυτα συνειδητοποιημένος σε ό,τι αφορά τις ανισορροπίες του, αλλά και πιο εξομολογητικός από ποτέ. Το εξώφυλλο από μόνο του μαρτυρά την επίγνωσή του για την κατάσταση της ψυχικής του υγείας, ενώ οι εκλάμψεις αυτογνωσίας ως προς τα πάθη, τις αντιφάσεις και την προβληματική του συμπεριφορά κατακλύζουν ολόκληρο το ye.


Στο “Yikes”, ένα από τα σκοτεινότερα μα και ομορφότερα κομμάτια του ye, αποκαλύπτεται μεταξύ άλλων ο εθισμός του στα οπιοειδή και η διπολική του διαταραχή, η οποία και αποτελεί λέξη-κλειδί του δίσκου, τόσο σε επίπεδο θεματολογίας, όσο και σε επίπεδο δομής: το πρώτο μισό της tracklist κατακλύζεται από πρόκληση, σεξισμό, κωλοπαιδισμό και όλα τα γνώριμα, μελανά σημεία της προβληματικής του περσόνας, ενώ το δεύτερο μισό έρχεται να εξισορροπήσει τα πράγματα, λειτουργώντας ως αντίβαρο ενσυναίσθησης και ευαισθησίας.

Η παραπάνω υφολογική μεταστροφή υπογραμμίζεται σε κομμάτια όπως τα “Wouldn’t Leave” και “Violent Crimes”, που αμφότερα αποκαθιστούν τον σεβασμό απέναντι στη γυναικεία παρουσία. Είτε με τη μορφή της ευγνωμοσύνης για τη συντροφικότητα και τη στήριξη που έχει λάβει από τη γυναίκα του παρά την ανάρμοστη συμπεριφορά του (στο πρώτο), είτε μέσω της διαφορετικής οπτικής που επέφερε η γέννηση των δύο κορών του (στο δεύτερο). Έτσι, από τον Kanye του «I love your titties 'cause they prove I can focus on two things at once», σταδιακά περνάμε στον Kanye του «Niggas is savage, niggas is monsters / Niggas is pimps, niggas is players/ 'Til niggas have daughters, now they precautious / Father forgive me, I'm scared of the karma / 'Cause now I see women as somethin' to nurture / Not somethin' to conquer».

Μέσα σε μόλις 7 κομμάτια και 23 λεπτά μουσικής –αυτό είναι το νέο μοντέλο άλμπουμ που προτείνει ο πάντα επιδραστικός παραγωγός με τις μέχρι τώρα φετινές του κυκλοφορίες– το ye αποκαλύπτεται όχι μόνο ως μανιφέστο της κατάστασης της ψυχικής του υγείας και των εσωτερικών του αντιφάσεων, αλλά και ως μια κραυγή λύτρωσης, η οποία μοιάζει να περίμενε για χρόνια να ακουστεί. Όταν (στο “Yikes” και πάλι) φωνάζει «That's my bipolar shit, nigga, what? / That's my superpower, nigga, ain't no disability / I'm a superhero!», εξοστρακίζει κάθε αίσθημα ντροπής και μειονεξίας που απορρέει από τα δηλητηριώδη κοινωνικά ταμπού. Κι όταν, λίγο αργότερα, στο μεγάλο highlight “Ghost Town” η ανατριχιαστική 070 Shake (σημειώστε το όνομα της ανερχόμενης αυτής 20χρονης, υπάρχει μέλλον εδώ) επαναλαμβάνει «I put my hand on a stove, to see if I still bleed, yeah / And nothing hurts anymore, I feel kinda free», τότε, μαζί με τη θλιβερή συνειδητοποίηση της συναισθηματικής χρεωκοπίας, επέρχεται και η ανακούφιση μιας βασανισμένης ψυχής, η οποία προτιμά την ψυχική παράλυση από τη βίωση της πραγματικότητας –αξίζει μάλιστα να σημειώσουμε ότι το τελευταίο αποτελεί κεντρικό θεματικό άξονα του δίσκου που από κοινού κυκλοφόρησε ο Kanye West με τον Kid Cudi μία εβδομάδα αργότερα και που διόλου τυχαία περιέχει το δεύτερο μέρος του εν λόγω κομματιού.

Η στιχοκεντρική φύση του ye, πάντως, δεν αναιρεί την ενδιαφέρουσα (όπως πάντα, άλλωστε, όταν μιλάμε για δίσκο του Kanye West) μουσική του διάσταση. Δομικά, ακούγεται σαν φυσική προέκταση του The Life Of Pablo (2016). Ένα φαινομενικά πρόχειρο κολάζ ήχων αμφιβόλου συνοχής, δηλαδή, που μεμονωμένα όμως περιέχουν λαμπρές ιδέες· οι οποίες, αν και ακούγονται ημιτελείς, τελικά λειτουργούν θαυμάσια.

Φαντάζει, ακόμη, σαν ένα «σάρωμα» του Kanye West σε ολόκληρο σχεδόν το φάσμα των ήχων με τους οποίους έχει καταπιαστεί στο παρελθόν. Το ξεκίνημα με το “I Thought About Killing You” και το “Yikes” θυμίζει τις ηχητικές κατευθύνσεις του προηγούμενου δίσκου (η στιχουργική παράνοια του πρώτου θα μπορούσε να παραπέμψει και στο Yeezus του 2013), το “No Mistakes” μοιάζει βγαλμένο από το Graduation (2007), ενώ στο “Ghost Town” το μεν sampling κλείνει το μάτι στους φανς των πρώτων ημερών (The College Dropout, Late Registration), ενώ η ηλεκτρική κιθάρα στο δεύτερο μισό φέρνει στον νου την παραγωγή σε ορισμένα από τα κομμάτια του My Beautiful Dark Twisted Fantasy (2010).

Για μία ακόμα φορά, η οργιώδης φαντασία του σύγχρονου Μίδα του hip hop δεν αφήνει περιθώρια πλήξης στον ακροατή. Ο δίσκος είναι πλούσιος σε ποικιλόμορφες ιδέες, πυκνή παραγωγή με πολλαπλά επίπεδα, απρόσμενες ανατροπές και ενδιαφέροντα features. Όπως και κάθε δουλειά του, έτσι και το ye βρίθει από προσωπικότητα, ευρηματικότητα και περιεχόμενο, καταφέρνοντας να μη μοιάζει ούτε κατά προσέγγιση με οτιδήποτε άλλο έχει ηχογραφηθεί από άλλους παραγωγούς.

Στο σύνολο πάντως της δισκογραφίας του Kanye West, το ye δεν διεκδικεί περίοπτη θέση. Είναι αρκετά τα αριστουργήματα που μετράει στον κατάλογό του, τα οποία τον έχουν αναδείξει ως τον μεγαλύτερο αναμορφωτή του hip hop της τελευταίας 15ετίας. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν αφαιρεί τίποτα από την αναντίρρητη αξία ενός άλμπουμ που «φωτογραφίζει» μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και ίσως μεταβατική καλλιτεχνική φάση ενός εκ των σπουδαιότερων ταλέντων της σύγχρονης μουσικής βιομηχανίας. Όταν άλλωστε ο πήχης έχει τεθεί τόσο ψηλά, ακόμα και ένας από τους πιο αδύναμους δίσκους σου υπερβαίνει κατά πολύ τον μέσο όρο του είδους.