«Metal Blade metal», «hipster metal»: είναι οι υποτιμητικοί τίτλοι που έχουν κολλήσει διάφοροι καλοθελητές στους Αμερικανούς Visigoth εδώ και 3 χρόνια, από την κυκλοφορία του The Revenant King (2015). Με αυτούς τους όρους θέλουν να τονίσουν την υποτιθέμενη πλαστική (με την έννοια του πρόχειρου και μαζικού, όχι του εύπλαστου) φύση του συγκροτήματος, καθώς και την έλλειψη αυθεντικού, πηγαίου πυρήνα. Με δυο λόγια, τους υποβιβάζουν στην κατηγορία ενός εταιρικού δημιουργήματος, τελείως αντίθετου με όσα θα έπρεπε να εκφράζει το metal σύμφωνα με έναν άτυπο νόμο (ανεξαρτησία, underground πνεύμα, μη υποταγή σε ευτελείς υλικούς παράγοντες όπως οι πωλήσεις).

Το ζήτημα είναι πως, αν το The Revenant King δεν είχε κυκλοφορήσει από τη Metal Blade, οι περισσότεροι από τους παραπάνω θα μιλούσαν για έναν δίσκο εμπνευσμένου heavy metal. Μπορεί να μην άνοιγε νέους ορίζοντες, αλλά ήταν άκρως καλοπαιγμένος, εμπνευσμένος, και έπιανε το πνεύμα του καλού power metal των 1990s. Όσο δε για το “Dungeon Master”, ακόμη πιάνω τον εαυτό μου να το τραγουδάει συχνά-πυκνά, θεωρώντας το πλέον ανάμεσα στα τρανταχτά hits της τρέχουσας δεκαετίας.

Αφήνοντας λοιπόν στην άκρη την περιήγηση στην true εμπάθεια, με το καλημέρα του 2018 κυκλοφόρησε ο 2ος δίσκος των Visigoth (ναι, από τη Metal Blade κι αυτός), με τον γραφικό τίτλο Conqueror’s Oath. Ένα άλμπουμ το οποίο είχε 3 χρόνια στα σκαριά ώστε να φανεί αντάξιο –αν όχι καλύτερο– του προκατόχου του.

Ένα πράγμα που λατρεύω στη δισκογραφία μιας μπάντας είναι η διατήρηση ενός βασικού μοτίβου όσον αφορά τη στοιχειοθέτηση του εξωφύλλου. Οι Visigoth διατηρούν τόσο μια παρεμφερή με το ντεμπούτο χρωματική παλέτα (η οποία γέρνει προς το μπλε άκρο του φάσματος, αντί για το πράσινο), όσο και την ίδια θέση του λογοτύπου στο πάνω αριστερό τμήμα του κάδρου. Η εικαστική θεματολογία, επίσης, παραμένει αρκούντως fantasy και περιπετειώδης, παραπέμποντας (σωστά) σε παρόμοια στιχουργία και ατμόσφαιρα.

Οι Visigoth ξέρουν να γράφουν καλό επικό power metal και αυτό κάνουν στο Conqueror’s Oath. Στην καρδιά των συνθέσεων βρίσκονται λακωνικά κιθαριστικά θέματα βουτηγμένα στην παράδοση των Omen, των Manilla Road, και των Grand Magus, με πολυφωνικά ρεφρέν και γέφυρες α-λα-Blind Guardian. Εδώ, μάλιστα, η μπάντα φλερτάρει περισσότερο με το καθαρό heavy metal, μπολιάζοντας με δόσεις αλητείας τον ήχο, καταλήγοντας σε πρώιμους Iron Maiden παιάνες όπως το “Salt City” και σε speed metal οδοστρωτήρες όπως το “Outlive Them All”.

Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει (ευτυχώς) πως το επικό στοιχείο είναι απόν –το καλύτερο κομμάτι του δίσκου, το εκπληκτικό “Traitor’s Gate”, αλλά και το ομώνυμο, το αποδεικνύουν περίτρανα. Συνθετικά επίσης το Conqueror’s Oath βρίσκεται ένα σκαλί πάνω από το ντεμπούτο, με απουσία μέτριων κομματιών και μαζεμένη συνολική διάρκεια. Προφανώς δεν υφίσταται υπόνοια καινοτομίας εδώ, και το κοινό του δίσκου (θα πρέπει να) το ξέρει: το μοτίβο κουπλέ-γέφυρα-ρεφρέν-σόλο είναι πανταχού παρόν. Η δε παραγωγή αναδεικνύεται προσεγμένη, χωρίς όμως να χαρακτηρίζεται ως γυαλισμένη, παρά σε ελάχιστα σημεία.

Το Conqueror’s Oath παραλαμβάνει περήφανα το ξίφος από το The Revenant King και το ακονίζει ακόμη περισσότερο. Επικό power metal σε υπέροχο πακέτο με εξίσου όμορφο περιεχόμενο. Οι «true undergound» οπαδοί πιθανώς θα το σνομπάρουν. Οι υπόλοιποι απολαμβάνουμε έναν δίσκο ατόφιου ατσαλιού, και αναρωτιόμαστε για το αν το “Traitor’s Gate” θα ρίξει από τον θρόνο το “Dungeon Master”.

{youtube}-1Xo3nYGkQM{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured