+ -

search

ΔΙΕΘΝΗ

Η μετρημένη γραφή και η εξονυχιστικά αυτο-ανακριτική διάθεση των στίχων, κάνουν το άλμπουμ να ξεχωρίσει στον ωκεανό παρόμοιων indie rock κυκλοφοριών, έστω κι αν αισθάνεσαι ανησυχητικά οικεία με κάποιες μελωδίες...

Label | Paradise Of Bachelors/Jagjaguwar
Κυκλοφορία | 3/2018
Βαθμολογία | 7

Το πρώτο πράγμα που τραβάει την προσοχή στο 3ο άλμπουμ της μπάντας από τη Nova Scotia της ατλαντικής μεριάς του Καναδά, είναι ο αισθητικός του κώδικας. Η μεσαιωνική γραμματοσειρά, το φλοράλ ντεκόρ και το αγγλοσαξονικό, επαρχιακό τοπίο, παραπέμπουν σε μία μπάντα που φέρνει την παραδοσιακή, κέλτικη folk στο σήμερα, όπως το κάνουν ας πούμε οι Trembling Bells. Το επόμενο που προξενεί εντύπωση είναι ο αλήτικος τίτλος I’m Bad Now: σαν να μας λέει ο frotman Nigel Chapman πως κάποτε ήταν καλός, αλλά ξεχάστε αυτά που ξέρατε –τώρα είμαι κακός.

Έπειτα, βέβαια, έρχεται η γλυκόπικρη, κιθαριστική μελωδία του εναρκτήριου “Every Time The Feeling”· σαν οι Modern Lovers να συναντάνε τους Teenage Fanclub. Και, μαζί με τους φιλοσοφημένους στίχους («Oh, I can’t tell what’s worse: the meaninglessness or the negative meaning/But I figured out a way/To get on with my life and to keep on dreaming»), ανατρέπουν τις αρχικές, παραπλανητικές εντυπώσεις. Όχι πολύ αργότερα γίνεται αντιληπτό πως εδώ έχουμε να κάνουμε με μία ταπεινή όσο και γενναιόδωρη συλλογή τραγουδιών, η οποία γοητεύεται από την κληρονομιά συγκροτημάτων που υπηρέτησαν την εξωστρεφή, ειλικρινή και συναισθηματική rock τραγουδοποιία. Οι ανοιχτοί alt-country ορίζοντες των Wilco (“Sage”) μπερδεύονται με τη μποέμ νεοψυχεδελική αύρα των Dream Syndicate  (“Roses”) και η twee ευαισθησία των Belle And Sebastian (“Dull Me Line”, “Follow Me Down”) γίνεται ένα με τη μακρινή μα πεντακάθαρη ηχώ των Television. Και, στο τέλος, τα πάντα φιλτράρονται από την καθολική τέχνη των Velvet Underground.


O Nigel Chapman τραγουδάει τους υπαρξιακούς, αδιέξοδους στίχους του με έντονα αυτοκριτική διάθεση –σαν ένας πιο φθαρμένος ψυχικά Stephen Malkmus (“White Disciple”) ή ένας λιγότερο αισιόδοξος Kevin Morby (“Hearing The Bass”). Μέσα από το σκληρό «γνώθι σ'αυτόν», στιχουργικό μονοπάτι που ακολουθεί, συνειδητοποιούμε ότι το Bad του τίτλου δεν αναφέρεται σε μία «badass» δήλωση, αλλά στο ότι τελευταία νιώθει πως είναι ένας κακός άνθρωπος. Σε κάποιο σημείο τραγουδάει με βεβαιότητα «I’m a hated son», κάπου παραπέρα αισθάνεται «Bored and lazy» και τελικά εξομολογείται πως είναι «a disappointment». Πρόκειται για σκέψεις που όλοι έχουμε κάνει σε κάποιο σημείο της ζωής μας. Και ο νεαρός συνθέτης βρίσκεται ακριβώς στο στάδιο που έπεται αυτής της ανασφάλειας: χρησιμοποιεί τα πολύτιμα συμπεράσματα από το πνευματικό του στύψιμο, ώστε να βγάλει περισσότερο νόημα η θέση του απέναντι στον κόσμο στον οποίον ζει.

Οι ηχητικές και στιχουργικές αρετές, εν τέλει, προσφέρουν στο άλμπουμ μία διαχρονικότητα που συγχωρεί όλες εκείνες τις στιγμές στις οποίες νιώθει κανείς ανησυχητικά οικεία με ορισμένες μελωδίες. Είναι όμως κυρίως η μετρημένη γραφή, η εξονυχιστικά αυτο-ανακριτική διάθεση των στίχων και η ενδιαφέρουσα προσωπικότητα του Chapman που χαρίζουν τον πολυπόθητο χαρακτήρα στο I'm Bad Now, ξεχωρίζοντάς το από τον ωκεανό παρόμοιων κυκλοφοριών, που ακολουθούν την παραδοσιακή rock φόρμουλα. Χωρίς να μεγαλουργούν και να εντυπωσιάζουν, οι Nap Eyes πείθουν εδώ πως μπήκαν στο στούντιο γιατί όντως είχαν κάτι να πουν και έπρεπε να το εκφράσουν. Μακάρι, στην ταλαιπωρημένη για το εναλλακτικό rock εποχή μας, να υπήρχαν περισσότερες τέτοιες συνειδητοποιημένα «κακές» μπάντες.