search

ΔΙΕΘΝΗ

Αν και τραγουδούν για τον θάνατο και την ανεργία (μεταξύ άλλων), πικετοφορούν δυναμικά την αντίληψη εκείνη περί ζωής που θέλει το ποτήρι μισογεμάτο...

Label | Idlewild Recordings/Rockarolla
Κυκλοφορία | 1/2018
Βαθμολογία | 7

Σταθερά καθοδηγούμενοι από τους John Flansburgh & John Linnell, οι They Might Be Giants ανέτειλλαν ως νέα alternative δύναμη στις κολεγιακές συχνότητες με το Lincoln του 1988 και έκτοτε παρέμειναν μια αξιοθαύμαστα συνεπής μπάντα, που στην πορεία τσέπωσε 2 Grammy, είδε τραγούδι της να γίνεται βασικό θέμα γνωστού τηλεοπτικού σίριαλ (Malcolm in the Middle) και πούλησε 4.000.000 αντίτυπα, παρότι οι δίσκοι τους ουδέποτε πήγαν πάνω από το #32 στα εθνικά charts των Η.Π.Α. και ουδέποτε άγγιξαν τα βρετανικά ακροατήρια (εξαιρουμένου του Flood, πίσω στο 1990).

Πολύ ωραία όλα αυτά, ίσως μου πείτε, όμως τι άλλο μένει πια να κάνει μια alternative μπάντα στο ...20ό άλμπουμ της καριέρας της και τι άλλο μένει να γράψει και η κριτική;


Κι όμως, το I Like Fun αποδεικνύει ότι μόνο έτσι δεν έχουν τα πράγματα και ότι είναι μάλιστα στην κριτική που πέφτει η περισσότερη ευθύνη να απαλλάξει εαυτόν (και αναγνώστες) από τέτοια ψευδεπίγραφα «διλήμματα», τα οποία φτιάχνονται απλώς για να ξαναμασάει μερίδα του Τύπου τη γνωστή καραμέλα ότι ασχολείται με το «new» και όχι με το «old». Ένα χαζό παιχνίδι, αν αναλογιστούμε πόσες βαρετές αναβιώσεις περνιούνται αβίαστα ως «new», όσο μπάντες σαν τους They Might Be Giants ή τους Feelies (ή σόλο καλλιτέχνες σαν τον Peter Hammill), που διατηρούν αειθαλές στίγμα μέσα στον χρόνο, τσουβαλιάζονται ως «old» και «un-cool» να ασχολείται κανείς μαζί τους.

Μέσα στη σοβαροφάνεια, στους υποτιθέμενους υπαινιγμούς για τα πολιτικά της Αμερικής και στη γενικευμένη μίρλα σε καρό φόντο που μαστίζει το σημερινό εναλλακτικό σκηνικό, οι They Might Be Giants επιστρέφουν με έναν δίσκο που μοιάζει με Αλκυονίδες Μέρες μέσα σε κρύο χειμώνα, πικετοφορώντας δυναμικά την αντίληψη περί ζωής που θέλει το ποτήρι μισογεμάτο (αντί για μισοάδειο). Όχι γιατί είναι χαζοβιόληδες ή Ρεπουμπλικάνοι με λυμένα τα βιοποριστικά –το "Lake Monsters" αρκεί για να καταδείξει ότι κι εκείνοι αναρωτιούνται για τον κόσμο στον οποίον ζουν. Αλλά γιατί αυτήν τη στάση επιλέγουν να κρατήσουν ως άνθρωποι και μουσικοί, αντιλαμβανόμενοι το alternative rock ως μια δύναμη ικανή να ρίξει φως στην καθημερινότητα.

Κι αυτό ακριβώς κάνει με ενάργεια και καθαρότητα το I Like Fun, ήδη από τις εναρκτήριες νότες του "Let's Get This Over With", ακόμα κι αν οι στίχοι τους στρέφονται προς τον θάνατο, όπως στο έξοχο "Mrs. Bluebeard" ή στο "Last Wave", όπου η θλιβερή διαπίστωση ότι πεθαίνουμε «μόνοι και φοβισμένοι» ντύνεται με χαρμόσυνα πνευστά και με στακάτα κιθαριστικά ριφάκια. Ακόμα δε και όταν σχολιάζουν το πάντα ακανθώδες θέμα της ανεργίας, οι Νεοϋορκέζοι δεν χάνουν τον σκοτεινό, σαρδόνιο τόνο τους, που φέρνει κάτι από το πνεύμα των Monty Python στο όλο σκηνικό: «Even when you're out of work/you still have a job to do».

Αναπόφευκτα, μετά από τόσους δίσκους και με το κοντέρ της εξερεύνησης νέων ηχητικών πιθανοτήτων να βρίσκεται στο μηδέν (οι They Might Be Giants δεν ενδιαφέρονται για πειραματισμούς), τα πράγματα αρχίζουν και ακούγονται συμβατικά από ένα σημείο κι έπειτα. Παρά ταύτα, είναι ακριβώς σε ένα τέτοιο «περιβάλλον» όπου μπορείς να εκτιμήσεις πόσο αποτελεσματική παραμένει η τραγουδοποιία των Flansburgh & Linnell: πόσες φορές έχουν γράψει αλήθεια ένα τραγούδι σαν το "All Time Want" ή το "An Insult Τo Τhe Fact Checkers"; Κι όμως, βρίσκουν ξανά τον τρόπο να κάνουν την παλιοκαιρισμένη συνταγή να ακουστεί θελκτική.

Τόσα χρόνια μετά, λοιπόν, δεν έχουν ξεμείνει ούτε από χιούμορ, ούτε από πράγματα να πουν. Όταν το διαθέτεις αυτό το κόλπο στη φαρέτρα σου, δεν χρειάζεσαι να καβαλήσεις κανένα σύγχρονο ηχητικό trend. Θα είσαι πάντα επίκαιρος, ακόμα δε περισσότερο αν φτιάχνεις κι έναν δίσκο-κάλεσμα υπέρ του διαχρονικά αλάθητου Carpe Diem πνεύματος.