search

ΔΙΕΘΝΗ

Πέντε χρόνια μετά το άνισο The Wild Hunt, οι Σουηδοί φτάνουν στο επιθυμητό στάδιο ωρίμανσης, παίζοντας εκείνο που ξέρουν καλύτερα: εύληπτο, λαϊκό black metal...

Label | Century Media
Κυκλοφορία | 1/2018
Βαθμολογία | 6

Τους σνομπάρουμε λίγο εμείς οι true μαυρομέταλλοι τους Watain. Έτσι όπως παλιότερα σνομπάραμε ολάκερη τη σουηδική σκηνή –όχι πως δεν την κρυφακούγαμε βέβαια στα σπίτια μας. Τους είχαμε για πιο μελωδικούς τους Σουηδούς, για λιγότερο σκοτεινούς και επικίνδυνους σε σχέση με τους εκ δυσμάς γείτονές τους, καθώς και για αργοπορημένους στο θέμα black metal.

Οι Watain ειδικότερα είχαν την επιπλέον ατυχία να μην προλάβουν τη μαύρη λάμψη των early και mid-1990s. Βέβαια, τα 2 πρώτα άλμπουμ τους, ως επίδοξοι De Mysteriis κλώνοι που ήταν, κινήθηκαν αρκετά στα underground δίκτυα και μας ικανοποίησαν σε κάποιον βαθμό. Με το Sworn To The Dark (2007), όμως, τσινήσαμε. Όχι τόσο για την πιο εύληπτη μουσική κατεύθυνση, όσο για το ότι αυτό μεταφράστηκε σε μια αναγνωρισιμότητα που δεν κάθεται καλά με το φαντασιακό του black metal. Ιδιοτροπίες, αν μη τι άλλο.


Οι Watain κάνουν ποδαρικό στο 2018 με νέο δίσκο, 5 χρόνια μετά το άνισο The Wild Hunt, και παίζουν εκείνο που ξέρουν καλύτερα: εύληπτο, λαϊκό black metal. Τουτέστιν, riffs σμιλευμένα με πολλές μελωδίες στον πυρήνα τους, αλλά και κάποιες νωθρές κιθάρες, οι οποίες τείνουν να γρατζουνάνε κοφτά αντί να κεντάνε (ευτυχώς λιγότερες από προηγούμενες φορές)· με αγριωπά μα αρκετά τετριμμένα φωνητικά, πιασάρικα ρεφρέν και γραφικούς,  αποκρυφιστικούς στίχους. Οι Watain βέβαια είναι μάστορες στο συγκεκριμένο στυλ, με αποτέλεσμα να το κάνουν να λειτουργεί πολύ επιτυχημένα. Και παρά την απλότητα των συνθέσεων (και την τετριμμένη φύση κάποιων από αυτών), η παραγωγή, μαζί με την καλή διάθεση που φαίνεται να διαπερνά τα μέλη της μπάντας, οδηγεί σε ξεσαλωτικό air-guitaring και κράτημα αόρατων πορτοκαλιών.

Σίγουρα, σε σχέση με τα 2 προηγούμενα βήματά τους έχει αυξηθεί εδώ η οργανικότητα, η ομαλή άρθρωση της μουσικής. Και με μεγάλη χαρά ακούμε, πλάι σε arena-black-metal κομμάτια (ή ακόμη και εντός τους –π.χ. στο “Ultra (Pandemoniac)”), να ξεδιπλώνονται κάποια riffs τα οποία σπαράζουν με νύχια και απελπισία. Πολλά τα συστατικά που οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα: η μελετημένη κτηνωδία και λύσσα, η ενδοσκοπική ματιά προς το Casus Luciferi του 2003 (δυστυχώς με κατώτερης ποιότητας στίχους), οι Dissection και οι Dark Funeral βεβαίως, αλλά και αρκετά αναπάντεχα, σαν την αύρα του Trøndertun των Thorns στο καλύτερο κομμάτι, το “Antikrists Mirakel”, που κλείνει τον δίσκο.

Με το Trident Wolf Eclipse οι Watain φαίνεται να φτάνουν στο επιθυμητό σημείο ωρίμανσης. Δεν ζορίζονται να καινοτομήσουν (όπως έκαναν σκοντάφτοντας στο προηγούμενο άλμπουμ), ούτε να φτιάξουν κάποιο magnum opus. Στήνουν μπροστά τους την καλή μεριά της δισκογραφίας (αλλά και της δισκοθήκης) τους και εκτρέφουν ένα άλμπουμ που μπορεί να μην είναι αριστούργημα, αλλά είναι πολύ διασκεδαστικό και με μεγάλη ικανότητα στο να σε παρασέρνει σε χτύπημα με εφηβικό σφρίγος. Τιμιότητα.