search

ΔΙΕΘΝΗ

Κοπιάρουν απροκάλυπτα τις πηγές τους, αλλά η δίψα τους να πουν κι εκείνοι κάτι με όχημα τη φλεγόμενη, νεανική τους οργή, τους κάνει να ισορροπούν μεταξύ μελλοντικής ελπίδας και χαμένης ευκαιρίας...

Label | Dead Oceans
Κυκλοφορία | 1/2018
Βαθμολογία | 6

Σε μία εποχή στην οποία όλα έχουν ειπωθεί, το ζήτημα δεν είναι τι θα πεις, αλλά πώς θα τα πεις.

Έχοντας ως εφαλτήριο αυτήν τη σκέψη, οι Shame δεν παίζουν απολύτως τίποτα το καινούριο· και, αν κρίνω από το εναρκτήριο τραγούδι του Songs Of Praise (“Dust On Trial”), πρέπει να το γνωρίζουν πολύ καλά: «What’s the point of talking if all your words have been said?». Το ότι είναι η μοναδική μπάντα στο Νησί που τη δεδομένη στιγμή παίζει κιθαριστική μουσική χωρίς (εξόφθαλμη) indie αισθητική και κάνει κάποιον πραγματικό ντόρο, δεν αλλάζει το γεγονός πως κοπιάρουν απροκάλυπτα τις πηγές τους. Το ζήτημα λοιπόν είναι αν μέσα στα γνώριμα μονοπάτια που ακολουθείς, αποκλίνεις λίγο της πορείας. Αν, βρε παιδί μου, έχεις μία κάποια προσωπικότητα να επιδείξεις, που θα σε διαχωρίσει από επιρροές που δεν κρύβονται με τίποτα στα αυτιά ενός υποψιασμένου και αμερόληπτου ακροατή. Και οι Shame το πετυχαίνουν αυτό στο πολυσυζητημένο ντεμπούτο τους, έστω και αποσπασματικά.

Τα 5 πιτσιρίκια από το κακόφημο Brixton πείθουν λόγω κυρίως της φλογισμένης, νεανικής τους οργής, των (αυτο)αναιρετικών στίχων και της απροθυμίας τους να πάρουν ευαυτόν στα σοβαρά, ειδικά σε μία εποχή στην οποία το NME επιμένει να εφευρίσκει «next big things» και «biggest hopes», ενώ οι ίδιοι οι Βρετανοί δηλώνουν στη Guardian πως η ιδέα του ροκ σταρ μοιάζει σήμερα προσβλητική.


Η βασική ηχητική φόρμα των Shame είναι το post-punk, το οποίο περισσότερο τους διάλεξε παρά το ανάποδο, υπό την έννοια πως, μέσα σε όλα τα  ερεθίσματά τους, είναι αυτό που ήρθε και κόλλησε απόλυτα με την απειλητική τους διάθεση, τη μετα-εφηβική τους ορμή και τη goth χροιά του frontman Charlie Steen. Ωστόσο, δεν καταπιέζουν ποτέ την αγάπη τους και για λοιπά κιθαριστικά ρεύματα της πατρίδας τους.

Στο “Concrete” παίζουν σαν μία μπάντα που ανακάλυψε τους Gang Of Four την περίοδο που έλιωνε τους Ride, στα "Gold Hole" και "Tasteless" αγκαλιάζουν τις Fall καταβολές τους προσθέτοντας μικρές δόσεις νεο-ψυχεδέλειας και αντι-καπιταλιστικούς στίχους («Cut out the commodities/An internal crisis glued to an egos need»), ενώ το “Donk” θα μπορούσε άνετα να είχε βγει από το περσινό άλμπουμ-οδοστρωτήρα των Idles. Αλλού, βέβαια, ακούγονται εκνευριστικά όμοιοι με τους Stone Roses ("Friction") ή με τους πρώιμους Oasis ("Angie"), ακόμα όμως και σε τέτοιες χαμηλές πτήσεις λίγο οι απολαυστικοί στίχοι, λίγο οι θεατρικές ερμηνείες του Steen, λίγο το πηγαίο ταλέντο, σώζουν οριακά την παρτίδα.

Όσον αφορά ειδικότερα τα φωνητικά, είναι εντυπωσιακό πώς μέσα από την υιοθέτηση τόσων διαφορετικών φωνών, ο Seen αποκτάει τελικά τη δικιά του. Στο “One Rizla” τραγουδάει τους αυτο-ακυρωτικούς του στίχους («You’re clinging to conflict/Just let go!») βαρύτονα σαν τον Joe Casey των Protomartyr, ενώ οι κιθάρες από πίσω ακούγονται σαν εκείνες των DIIV. Στα “The Lick” και “Angie”, πάλι, ακούμε μία από τις πιο πειστικές Liam Gallagher απομιμήσεις στα χρονικά, ενώ ο Mark E. Smith ίσως θα αναρωτιόταν πότε ηχογράφησε αυτό το “Gold Hole” και δεν το θυμάται.

Γενικά, αυτό που δίνει αξία στους «five, just fine young lads» και προσδίδει χαρακτήρα στο ντεμπούτο τους είναι οι μικρές λεπτομέρειες, η άποψή τους, η δίψα τους να πουν όντως κάτι, ακόμη κι αν τα μέσα που μηχανεύονται είναι σκουριασμένα. Στο Songs Of Praise οι Shame μιλάνε για την κοινωνική αδικία, την ηθική υποκρισία, τις ανασφάλειες της νεότητας και την ανάγκη για συναισθηματική ταύτιση σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν μόνο οι αποψάρες (όπως τα λένε πολύ ωραία στο “The Lick”: «that’s what we need/something we can feel/something that’s relatable not debatable»).

Νιώθω πάντως ότι το Songs Of Praise μοιάζει τελικά με το κινηματογραφικό ανάλογο ενός σεναρίου του Ken Loach, το οποίο αχρηστεύθηκε σε σκηνοθεσία του Guy Ritchie. Και αυτή είναι η καλύτερη απάντηση που μπορώ να δώσω στο γιατί το ντεμπούτο των Shame είναι μία μεγάλη χαμένη ευκαιρία, όσο και μία μικρή ελπίδα για το μέλλον της βρετανικής, κιθαριστικής μουσικής.