+ -

search

ΔΙΕΘΝΗ

Το «μαγικό χέρι» του διάσημου ποπ παραγωγού Greg Kurstin δεν απέδωσε, τους περιβόητους guests πρέπει να διαβάσεις τα credits για να τους βρεις, αν ωστόσο αφιερώσεις χρόνο θα ακούσεις πλούσιες μελωδίες και καλόγουστες 1970s αναφορές...

Label | RCA
Κυκλοφορία | 9/2017
Βαθμολογία | 6

Στις μουσικές ανασκοπήσεις που έγιναν στα ελληνικά sites για το 2017, οι περισσότεροι συμφώνησαν για τη συναυλία της χρονιάς: δεν ήταν άλλη από την εμφάνιση των Foo Fighters στο Ηρώδειο (δείτε τι είχε γράψει ο Τάσος Μαγιόπουλος, εδώ). Στις ίδιες ανασκοπήσεις, η 9η κυκλοφορία του αμερικάνικου γκρουπ απουσιάζει από όλες σχεδόν τις λίστες με τα καλύτερα άλμπουμ του 2017. Το ίδιο συμβαίνει και στις αντίστοιχες του εξωτερικού. Τυχαίο;

Από την άλλη, ο αγαπημένος μας μουσικός μαϊντανός Dave Grohl φρόντισε να κάνει ό,τι πέρναγε από το χέρι του για να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον, πριν την κυκλοφορία του Concrete And Gold. Αρχικά με τις διάφορες σκέψεις του να ηχογραφήσει το άλμπουμ μπροστά σε 20.000 θεατές –μόνο που τον πρόλαβε η PJ Harvey, κάνοντας κάτι αντίστοιχο. Μετά, με τη συμμετοχή του διάσημου ποπ παραγωγού Greg Kurstin (Adele, Lily Allen, Kelly Clarkson), ο οποίος δεν είχε ξανακάνει ποτέ αντίστοιχη δουλειά με rock συγκρότημα. Και, στη συνέχεια, κάνοντας νύξη για τα pop ονόματα που θα έρχονταν ως καλεσμένοι στο άλμπουμ, ιντριγκάροντας ακόμα περισσότερο την περιέργειά μας. Τελικά  ήταν ο Justin Timberlake, ο Shawn Stockman των Boyz II Men, η Alison Mosshart των Kills και ο Paul McCartney, που παίζει ντραμς(!!) στο "Sunday Rain". 


Δεν χρειαζόταν λοιπόν πολύ για να καταλάβουμε ότι το Concrete And Gold θα ήταν ένα hard rock άλμπουμ με pop ευαισθησίες, κάπως σαν τους Motörhead δηλαδή, αν είχαν ηχογραφήσει το Sgt. Pepper's. Στο ξεκίνημα, το "T-Shirt" βρίσκει τους Foo Fighters να ντύνονται Queen, ενώ το “Run” αποδεικνύει για μία ακόμα φορά το ταλέντο του Grohl να γράφει πιασάρικες συνθέσεις: δεν είναι τυχαία η πρόταση για Grammy, κι ας μην είναι παρά ένα απλό hard rock τραγούδι. Το “Make It Right” αρχίζει με τσαχπίνικο ρυθμό στα ντραμς και, σε συνδυασμό με το παιχνιδιάρικο riff, θυμίζει λίγο Led Zeppelin. Το “The Sky Is A Neighborhood” δεν μου άρεσε όταν το πρωτάκουσα, αλλά έπιασα τον εαυτό μου να σιγομουρμουρίζει τη μελωδία σε άσχετες στιγμές. Η περίπου μπαλάντα "Happy Ever After (Zero Hour)" δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο, ο Taylor Hawkins αναλαμβάνει τα φωνητικά στο "Sunday Rain" φέρνοντας μια αίσθηση από Beatles, ενώ στο κλείσιμο το "Concrete And Gold" ακούγεται σαν κομμάτι από την ψυχεδελική περίοδο των Pink Floyd, κάτι οπωσδήποτε ασυνήθιστο για τα Foo Fighters δεδομένα.

Γενικά, τα τραγούδια ξεκινούν με pop διαθέσεις και κάπου στη μέση γκαζώνουν, αποκτώντας πιο rock χαρακτήρα. Σε μερικά, όπως στο “Dirty Water”, η συνταγή πετυχαίνει, σε άλλα όμως όχι και τόσο (για παράδειγμα στο "Arrows"). Κάπως έτσι, πάντως, φτιάχνεται το εξής παράδοξο: συνολικά μου άρεσαν 2-3 τραγούδια, τα οποία ενδεχομένως θα τα παίζουν και για καιρό στις συναυλίες, ωστόσο όλα σχεδόν διαθέτουν τις ενδιαφέρουσες στιγμές τους. Το άλμπουμ χάνει σε αμεσότητα, συγκρινόμενο με παλιότερες κυκλοφορίες της μπάντας, αν όμως του αφιερώσεις χρόνο θα ακούσεις πλούσιες μελωδίες και αρκετές καλόγουστες αναφορές στα συγκροτήματα των 1970s που αγαπάει ο Grohl. Το «μαγικό χέρι» του παραγωγού/συνθέτη Greg Kurstin δεν έδωσε πάντως το κάτι παραπάνω, ενώ, για να καταλάβεις την παρουσία των περιβόητων guests, θα πρέπει τελικά να διαβάσεις τα credits, αφού μόνο η κολλητή του Grohl, η Alison Mosshart, κάνει αισθητή την παρουσία της στο "La Dee Da".

Τίποτα πάντως από αυτά δεν εμπόδισε το Concrete And Gold να γίνει νούμερο 1 σε δεκάδες χώρες και να βρεθεί προτεινόμενο για αρκετά βραβεία. Άλλωστε, ανεξάρτητα από το αν οι Foo Fighters έβγαλαν ή όχι καλό άλμπουμ, παραμένουν ένα από τα πιο διασκεδαστικά συγκροτήματα που μπορείς να δεις live. Κάτι που εμένα προσωπικά, μου φτάνει...