search

ΔΙΕΘΝΗ

Θέλει να πείσει τους fans να «σκεφτούν πέρα από την πίστα» και εαυτόν ότι μπορεί να τα καταφέρει και πέρα από μια σούπερ tech house βραδιά στο Pacha...

Label | Lone Romantic
Κυκλοφορία | 6/2017
Βαθμολογία | 6

Παρά την καθίζησή της, η κάποτε κραταιά club culture που χτίστηκε πάνω στους house και στους techno ρυθμούς διατηρεί ακόμα τη σκηνή και τα αστέρια της. Και ο Αμερικανός Eric Estornel είναι οπωσδήποτε ένα από τα μεγαλύτερα, αν μιλήσουμε για τη dance σκηνή των καιρών μας. Όπως όμως και πολλοί προγενέστεροί του, διακατέχεται κι αυτός από μια αγωνία να δείξει ότι δεν είναι βασικά ένας σούπερ DJ, του οποίου οι ικανότητες αρχίζουν (και τελειώνουν) στο στήσιμο μιας άψογης tech house νύχτας στο Pacha.

Η ιστορία είναι παλιά, αλλά αν ακούσεις τον Estornel να στα λέει, αισθάνεσαι ότι δεν έχει επίγνωσή της, νομίζοντας έτσι ότι βρίσκεται σε μια άκρως προσωπική διαδρομή. Κρατιέσαι μάλιστα να μη βάλεις τα γέλια, καθώς διαβάζεις πως, με το που έγινε πατέρας, ένιωσε την ανάγκη για περισσότερο βάθος, ότι οι μεγάλες χορευτικές επιτυχίες «δεν έχουν κάποια ιστορία να διηγηθούν», ότι η dance μουσική είναι τέλεια για χορό, «όμως η ζωή δεν είναι χορός». Καημένε Estornel, σκέφτεσαι, κόντεψες 40 για να καταλάβεις πέντε αυτονόητα πράγματα και μας τα πουλάς τώρα για στοχασμούς...


Το θέμα μας βέβαια δεν είναι όσα αντιλαμβάνεται (ή δεν αντιλαμβάνεται) ο Estornel, αλλά πώς ακριβώς υλοποιεί αυτό το κάλεσμα προς τους fans «να σκεφτούν πέρα από την πίστα» και πώς παράλληλα στηρίζει τον εαυτό του ως δημιουργό ενός δίσκου που θα τους οδηγήσει σε εκείνο το «πέρα». Εδώ λοιπόν έχει όντως κάτι να μας πει.

Στο Solar (έτσι λένε τον γιο του), ο Estornel φοράει τη Maceo Plex περσόνα του, στην οποία «συμφιλιώνεται» ο house/electro Mariel Ito εαυτός του με το techno animal της Maetrik υπόστασής του. Έτσι, οι αυστηρές ηχητικές κατηγορίες χαλαρώνουν, στοιχεία από το ένα ύφος χώνονται στο άλλο ή αφήνονται να «σβήσουν» στο φόντο συνθέσεων που επιδιώκουν μια πιο εγκεφαλική εμπειρία, αν και μια χαρά βρίσκω προσωπικά ότι μπορεί να χορευτεί το (ήδη γνωστό από παλιότερο ΕΡ) "Tessaract".

Ο Maceo Plex πέφτει ωστόσο στο (συχνό) λάθος της απλοϊκής εξίσωσης εγκεφαλικό/μη χορευτικό = ατμοσφαιρικό, με αποτέλεσμα περισσότερο να φτιάχνει ηχητικά περιβάλλοντα με μια αόριστα ενδοσκοπική διάθεση, παρά τις συνθέσεις που όφειλε να παρουσιάσει ένας ολοκληρωμένος ηλεκτρονικός δημιουργός. Ακόμα πάντως κι έτσι, αποδεικνύει ότι δεν του λείπουν οι αμιγώς μουσικές ιδέες: το "Kepler's Journey" είναι ορχηστρικό με βαρυκόκαλη υπόσταση, το "Lucid Dreams" θα φαινόταν πράγματι «πειραματικό» αν το πέταγες σε μια πίστα –δεν είναι, είναι όμως μια έξυπνα δομημένη κατασκευή πάνω σε ελλειπτικά τύμπανα– ενώ στο "Swan Dive" σε τυλίγει μια σκοτεινιά που την αισθάνεσαι γνήσια.

Τα περισσότερα σχολιανά, βέβαια, ο Maceo Plex τα άκουσε για τα φωνητικά, τα οποία κατέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στο Solar. Αν και εδώ υφέρπει η παλιά πιουρίστικη ιδεολογία «αν έχει φωνητικά, είναι ποπ, όχι dance», είναι αλήθεια ότι το όραμά του θολώνει κάθε που ξανοίγεται προς τέτοιες κατευθύνσεις: δυσκολεύεσαι να παρακολουθήσεις το ντεμοντέ vocoder που σαρώνει το "Wash Away My Tears", νιώθεις τα όμορφα πλήκτρα του "Solar Wind" να αδικούνται από τους άστοχα τοποθετημένους βοκαλισμούς του Duncan Jones, ενώ τι συμμετέχει ο Jono McCleary στο "Indigo", τι δεν συμμετέχει, το ίδιο και τ' αυτό. Ως μόνη ευδιάκριτη επιτυχία μένει έτσι η άριστη χρήση του φαλσέτο του Jones στο "Polygon Pulse", ακριβώς γιατί μπαίνει ως ένα ακόμα στοιχείο με αμιγώς μουσική αξία, παρά ως κάτι το διακοσμητικό. 

Κάνοντας τη σούμα, λοιπόν, ο Maceo Plex μένει σε εκείνο το περίεργο ντεμί όπου ναι μεν δεν έχει αποτύχει, μα δεν έχει κι επιτύχει. Το Solar θα το ακούσεις πραγματικά ευχάριστα και θα το βάλεις εύκολα να ξαναπαίξει, μα σε κάθε ακρόαση θα εντοπίζεις σταθερά τα αδιέξοδά του και τις ευκολίες του, να ανακατεύονται με την καλή όψη των πραγμάτων.