search

ΔΙΕΘΝΗ

Είναι μια τραμπάλα θαυμασμού και πλήξης η εμπειρία ακρόασης του 3ου (και πολυαναμενόμενου) άλμπουμ της παρέας του Robin Pecknold, που ταξιδεύει πλέον μακριά από το "Mykonos"...

Label | Nonesuch/Warner Bros.
Κυκλοφορία | 6/2017
Βαθμολογία | 6

Στον 3ο και για διάφορους λόγους πολυαναμενόμενο δίσκο τους, οι Fleet Foxes ανοίγουν με μια 6λεπτη και βάλε σύνθεση, κλείνουν με μια ανάλογη και κάπου στη μέση κορυφώνουν με τα σχεδόν 9 λεπτά του "Third of May / Ōdaigahara", το οποίο δείχνουν να θεωρούν κομβικό κομμάτι, μιας και το διάλεξαν ως πρώτο τους single. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που παίζουν σε τέτοιες διάρκειες (θυμηθείτε π.χ. τα 8 λεπτά του "The Shrine / An Argument"), εδώ όμως οι χρονικές επεκτάσεις αποκτούν μια διαφορετική σημασία, σύμφυτη με το πού βρίσκονται σήμερα οι αναζητήσεις της αμερικάνικης μπάντας, 6 χρόνια μετά το Helplessness Blues.

Οι Fleet Foxes είναι πια στη Nonesuch –ένα label που αρέσκεται σε ηχητικούς εξερευνητές– και είναι πια 30άρηδες, με απόσταση δεκαετίας απ' όταν ό,τι το indie περνιόταν για καλό και το "Mykonos" παιζόταν σε κάθε στέκι της υφηλίου που έσφυζε από 20άρηδες ταγμένους στην αγγλόφωνη εναλλακτική κουλτούρα της γενιάς τους. Κρυμμένοι βέβαια βολικά πίσω από την indie folk ταμπέλα, εκείνοι διεκδικούσαν (για τους εαυτούς τους, μα και για κοινό τους) μια διακριτική διανοουμενίστικη διάσταση, ριζωμένη στο βάθος της παράδοσης των Αμερικανών τροβαδούρων, άσχετα αν επί της ουσίας είναι το indie παιχνίδι το οποίο έπαιξαν, απλά διακοσμώντας το με αναφορές σε σεβαστούς γίγαντες σαν τον Bob Dylan ή τον Hank Williams ή σε διαχρονικά ορόσημα σαν το Astral Weeks του Van Morrison.


Στο Crack-Up, λοιπόν, οι Fleet Foxes φιλοδοξούν για το ακόμα πιο σοφιστικέ: θέλουν να πλασαριστούν ως μπάντα ικανή να εξελιχθεί και πιο πέρα από εκείνες τις νεανικές ανησυχίες, παίζοντας μπάλα σε μια λίγκα με πιο «σύνθετες» απαιτήσεις, που την απαρτίζει η πελατεία της Nonesuch, όσοι έχουν δισκοθήκη που δεν ξεγελιέται από τα σύγχρονα παιχνίδια αναβίωσης της μουσικής βιομηχανίας, ενδεχομένως και όσοι δικοί τους ακροατές μεγάλωσαν μαζί τους και ψάχνουν πλέον συγκινήσεις πέρα από την indie κούραση των '10s. Γι' αυτό άλλωστε και είδαμε τον Robin Pecknold να αναφέρεται δημόσια στον Ali Farka Touré ως επιρροή, σε ένα όνομα δηλαδή που επουδενί δεν αφορούσε το μέχρι τώρα κοινό τους (όσο πάντως και να ψάξετε, Touré δεν θα ακούσετε εδώ), γι' αυτό και οι στίχοι του νέου δίσκου είναι γεμάτοι εκλεπτυσμένες αναφορές, στοχευμένες να ικανοποιήσουν ανθρώπους με κυκλική παιδεία (στον F. Scott Fitzgerald, στον ...Κικέρωνα και δεν συμμαζεύεται).

Σε πρώτη όψη, πρόκειται για ένα τερέν στα μέτρα τους. Οι Fleet Foxes είναι δοκιμασμένα δουλευταράδες μουσικοί, με ζηλευτή δεξιοτεχνία, που δίνουν έμφαση στη λεπτομέρεια και μπορούν να στήνουν επίπεδα δαιδαλώδη μα πάντοτε ευδιάκριτα, γεμίζοντας έτσι τα τραγούδια τους με πλήθος ιντριγκαδόρικων στοιχείων. Δεν μπορείς λ.χ. να μη θαυμάσεις τις ενορχηστρώσεις των εγχόρδων και το πόσο αβίαστα απορροφώνται σε ένα πλαίσιο που καταφέρνει να μη χάσει την ποπ μαγιά του. Ούτε και γίνεται να μη σταθείς στη Beach Boys σπουδή με την οποία έχουν στηθεί οι φωνητικές αρμονίες. Λίγες indie μπάντες είναι ικανές να εργαστούν σε τέτοιο επίπεδο.

Αλλά το Crack-Up μοιάζει με θαυμαστό οικοδόμημα που το χαζεύεις απέξω με τις ώρες, μα μπαίνοντας μέσα δεν ψήνεσαι να κατοικήσεις. Οι στίχοι του Pecknold λένε για πολλά εντυπωσιακά, μα, αν τους μελετήσεις στα σοβαρά, συχνά προκύπτουν χαζοί· εγώ τουλάχιστον έτσι εισπράττω την ξεκάρφωτη αναφορά στην Κινσάσα στο "I Should See Memphis". Ακόμα δε κι αν δεχτούμε ότι στη μουσική που παίζουν οι Fleet Foxes οι στίχοι δεν έχουν και τόση σημασία (κάτι πάντως που κλονίζει περαιτέρω τις folk περγαμηνές τις οποίες ποθούν), δημιουργείται εν τέλει ένα ερώτημα και για την ίδια τη μουσική. Αφενός γιατί όλα αρχίζουν και μοιάζουν με ευφυείς μεν, μα υπέρ το δέον τακτοποιημένες ηχητικές εξισώσεις –οπότε βρίσκεσαι να λαχταράς μια πιο αυθόρμητη μελωδία, η οποία ποτέ δεν έρχεται– αφετέρου γιατί όλη αυτή η progressive ή έστω chamber pop κατεύθυνση μεταθέτει τη μπάντα σε μια νέα πίστα, όπου όμως στέκονται ως απλοί νεοσσοί: τα όσα φτιάχνουν εδώ μπορεί δηλαδή να αφήνουν τον indie ορίζοντα με το στόμα ανοιχτό, αλλά, αν έχεις ακούσει σε βάθος King Crimson και Robert Wyatt, δεν θα αργήσεις να βαρεθείς.

Είναι λοιπόν μια τραμπάλα θαυμασμού και πλήξης η εμπειρία ακρόασης του Crack-Up, το οποίο κέρδισε πάντως σε πρώτη φάση και τη στήριξη της indie κοινότητας και τα charts. Οι υπόλοιποι ίσως σταθούμε με παροδικό ενδιαφέρον, μα δεν θα κάτσουμε πολύ, ευχόμενοι πάντως καλή τύχη στον Pecknold, που μάλλον διανύει την κρίση των πρώτων -άντα. Ίσως οι Fleet Foxes να βρίσκονται στο ξεκίνημα μιας μελλοντικά ενδιαφέρουσας διαδρομής, ίσως ο δίσκος αυτός να μνημονεύεται αργότερα στις έντιμα αποτυχημένες απόπειρες διαφυγής από τις συμβάσεις μιας πάλαι ποτέ περιπετειώδους μουσικής, η οποία τυραννιέται όλο και περισσότερο από γλυκερές φωνούλες με μικρή εμβέλεια και από χλιαρές αναπαραγωγές στυλ σε μελαγχολέ τόνο. Ο χρόνος θα δείξει.