search

ΔΙΕΘΝΗ

Με εκπληκτικές pop πιρουέτες που δίνουν στο ρετρό στοιχείο τη σαγήνη του διαχρονικού, μετατρέπεται όποτε θέλει από Αθώα Δεσποινίδα σε Κίνδυνο σε Καψερή Femme Fatale ταινίας του Τζον Χιούστον...

Label | Polydor/Universal
Κυκλοφορία | 7/2017
Βαθμολογία | 8

Από το απλό, μα τόσο πλούσιο σε σημειολογία εξώφυλλο του 5ου της άλμπουμ, η Lana Del Rey μας χαμογελά με την άνεση ενός αμερικάνικου Θεσμού. Η φωτογραφία της θα μπορούσε να έχει λεζάντα «κάποτε στις Ηνωμένες Πολιτείες» και να προέρχεται από κάποιο country άλμπουμ της εποχής που η pop δεν είχε ακόμα εισβάλλει στο Νάσβιλ. Κανείς ωστόσο δεν μας εγγυάται ότι δεν βλέπουμε εν τέλει εκείνη τη Sweetheart of the Rodeo των Byrds σε μια σημερινή της εκδοχή. Το ρετρό, λοιπόν, σπάει το φράγμα του βιντάζ· και ακουμπά μπροστά μας με τη σαγήνη του διαχρονικού.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει κι όταν πατάμε το play, ακούγοντας την 32χρονη Αμερικανίδα σταρ σχεδόν να αιωρείται πάνω από τις ηχητικές επιφάνειες. Οι οποίες με τη σειρά τους κυλάνε αργά, σαν μια αέναα επαναλαμβανόμενη λούπα μελαγχολίας, με τη σύγχρονη τεχνολογία των στούντιο να κάνει τα πάντα για να δώσει την εντύπωση ότι οι ρυθμοί τρεμοφέγγουν.

Πρόκειται για ένα παιχνίδι αισθήσεων και αντιλήψεων, δεν λέω το αντίθετο· είναι όμως εθιστικά αποτελεσματικό, και μετατρέπει έννοιες όπως «παρελθόν» και «παρόν» σε μια ρευστή μάζα, επιτρέποντας σε ένα αειθαλές σημείο αναφοράς της παλιάς λευκής pop culture σαν την 69χρονη Stevie Nicks να σταθεί δίπλα σε έναν άγουρο 21χρονο ράπερ σαν τον Playboy Carti –σύμβολο μιας διευρυμένης ποπ κουλτούρας με αισθητά πιο εβένινο «χρώμα». Είναι ένα απίστευτα φροντισμένο τερέν, ταμάμ για τα θλιμμένα μουρμουρητά των φωνητικών και για ερμηνείες που επιτηδευμένα κινούνται στο όριο ενός αναστεναγμού, μη διστάζοντας να διυλίσουν ακόμα και το “Creep” των Radiohead (στο “Get Free”) για να κλείσουν το μάτι προς ένα περίτεχνα φτιαγμένο στιγμιότυπο θλίψης, καλά καταχωρημένο πλέον στο μουσικό μας υποσυνείδητο.

Στο Lust For Life, η Lizzy Grant είναι η πιο πειστική Lana Del Rey που έχουμε ακούσει απ’ όταν σάρωσε τα ραδιόφωνα του πλανήτη με το “Summertime Sadness” και το “Blue Jeans”. Κι αυτό συμβαίνει γιατί μπορεί και μετατρέπεται σε χρόνο dt από Αθώα Δεσποινίδα σε Κίνδυνο σε Καψερή Femme Fatale ταινίας του Τζον Χιούστον –από Αλίκη «μες σ’ αυτήν τη βάρκα είμαι μοναχή» Βουγιουκλάκη σε Μέριλιν Μονρό στους Misfits, αν θέλετε πιο συγκεκριμένες αναλογίες, πάντα σε κλασικό ξανθό. Και πουθενά ίσως δεν το αντιλαμβάνεσαι πιο έντονα αυτό από το “Groupie Love”, όπου ο A$AP Rocky έρχεται σαν Lee Hazlewood του 21ου αιώνα (πλέον) να καθοδηγήσει τα βήματα της Lana/Nancy σε έναν ερωτικό κόσμο βγαλμένο θαρρείς από το “Superstar” των Carpenters. Το ρετρό (ξανά) ως διαχρονικό, εκτελεσμένο με πιρουέτα φτασμένης μπαλαρίνας.

Το μόνο που εν τέλει προδίδει το Lust For Life είναι η πραγματικά παράλογη διάρκειά του (1 ώρα και 12 λεπτά): στο τόσο άπλωμα έρχονται αναπόφευκτα και ορισμένες στιγμές να σε βγάλουν εκτός κλίματος, θρυμματίζοντας την προσοχή σου και την προσήλωσή σου στο «παιχνίδι». Χαρακτηριστικό παράδειγμα το "Tomorrow Never Came", μια εντελώς αχρείαστη συνεργασία με τον Sean Lennon, γιο του John και της Yoko.

Από την άλλη, υπάρχουν ορισμένες στιχουργικές στιγμές με σημαντική αξία, η οποία δεν πρέπει να προσπερνιέται αβασάνιστα. Όταν δηλαδή στο "When Τhe World Was Αt War We Kept Dancing" η Lana Del Rey αναρωτιέται «Is it the end of an era? Is it the end of America?» δεν παίζει απλά τη μπλαζέ, βαριεστημένη μες τις πέρλες της Νεοϋορκέζα της εποχής του Υπέροχου Γκάτσμπι: εκφράζει και την επίκαιρη ανησυχία ενός τμήματος της αμερικάνικης κοινωνίας, έστω κι αν σπεύδει να την ξορκίσει με την ευχή ενός απροσδιόριστου happy end. Στο δε “Love” το επιτελείο της φτάνει σε μια καταπληκτική χειρονομία απέναντι στη Νεότητα, την οποία η ίδια αποδίδει άριστα. Έχουμε δηλαδή ένα τραγούδι που ναι μεν εκφράζει όλη την αμηχανία ημών των μεγαλύτερων για την πιτσιρικαρία που ενθουσιάζεται ξαναζεσταίνοντας τη μουσική των δικών μας νιάτων («Look at you kids with your vintage music»), όμως αρνείται να γίνει πικραμένα γεροντίστικο απέναντί της, χαρίζοντας εν τέλει ένα εγκάρδιο χαμόγελο («Doesn't matter 'cause it's enough/To be young and in love»).

Αφήνοντας στη Lorde την ανησυχία να διατηρηθεί κι ένας indie χαρακτήρας ενώ ποιείται pop μουσική με mainstream δυναμική, η Lana Del Rey επισφραγίζει εδώ ότι –μετά τον χαμό της Amy Winehouse– είναι αυτή, η Beyoncé και η Adele που διαγωνίζονται για τα σκήπτρα της δίχως μεγαθήρια Ψηφιακής μας Εποχής.