search

ΔΙΕΘΝΗ

Παρά τα όσα ενθουσιώδη γράφονται και είναι από μόνα τους αντικείμενα μελέτης, αυτό το γενικώς καλό μα όχι πάντα ενδιαφέρον άλμπουμ απέχει εμφανώς από τις πολύκροτες δουλειές που υπόγραψε στο παρελθόν ο δημιουργός του...

Label | Top Dawg Entertainment/Universal
Κυκλοφορία | 4/2017
Βαθμολογία | 7

Αν κάτι μου αρέσει πραγματικά στο DAMN., είναι το πόσο ζαμανφού εμφανίζεται ο Kendrick Lamar κόντρα στα αδυσώπητα μαθηματικά (δύο δισκάρες στη σειρά + κάτι demos που θα έπρεπε να κάνουν διάφορους ασχολούμενους με το hip hop να ντρέπονται = δεν θα είναι τόσο καλό το νέο άλμπουμ), κόντρα στην αναπόφευκτη πίεση του «και τώρα, τι;», αλλά και κόντρα στις προσδοκίες όλων –κοινού, κριτικών, συναδέλφων. Όχι ότι δεν τον απασχόλησαν αυτά, όμως δεν υπάρχει ίχνος ιδρώτα ή άγχους στο DAMN. Δεν υπάρχει καν αμηχανία όταν πρέπει να υποδεχθεί μουσαφιραίους σαν τους U2, οι οποίοι δεν είναι μόνο ξένοι, μα εγγυώνται και την αναγούλα όσων εναλλακτικών φθονούν τις ψηλές μουσικές κορυφές ή απλά αδυνατούν να συγχωρέσουν τα πάλαι ποτέ ινδάλματα μικρής κλίμακας, έτσι και την κάνουν προς αρένες μεριά.

Για τα περίπου 55 λεπτά διάρκειας του DAMN., ο πλέον συζητημένος ράπερ των τελευταίων χρόνων σε πείθει ότι, ακόμα κι αν τελικά πιανόταν να υποχωρεί συγκριτικά με τα To Pimp A Butterfly (2015, δείτε εδώ) και Good Kid, M.A.A.D City (2012, δείτε εδώ), δεν τρέχει κάστανο. Κι αυτή η διάθεση αποδεικνύεται αποφασιστικής βαρύτητας, γιατί, πράγματι, ο 30χρονος Καλιφορνέζος εκτελεί μια πιο χαμηλή πτήση σε αυτό το 4ο δισκογραφικό του βήμα. Τώρα, αν η έμφαση θα δοθεί στο «χαμηλή» ή στο «πτήση», είναι αποκλειστικά δικό μας ζήτημα, όχι του καλλιτέχνη.


Αυτό που συμβαίνει εδώ, είναι ότι ο Kendrick Lamar ξεμακραίνει από το αφηγηματικά πυκνό ύφος πάνω στο οποίο χτίστηκαν οι προαναφερόμενοι δίσκοι, προκρίνοντας ένα σύνολο κομματιών που όχι μόνο κάθεται πιο εύκολα στο αυτί χάρη σε μια άριστα πλεγμένη «χαλαρή» ατμόσφαιρα, μα δείχνει και να σου μισοκλείνει το μάτι, λέγοντάς σου ότι δεν χρειάζεται να επενδύσεις μεγάλη αφοσίωση στους στίχους, αν δεν θες: τα πράγματα ξεμακραίνουν από το βαρυσήμαντο, ακόμα κι αν συνεχίζουμε να μιλάμε για ένα είδος εξόχως στιχοκεντρικό για τα αγγλοαμερικανικά μέτρα και σταθμά, σαν το χιπ χοπ.

Κάτι τέτοιο, πάντως, δεν σημαίνει ότι ο Lamar δεν συνεισφέρει καλούς στίχους στο DAMN. Το ταλέντο του λάμπει και πάλι, απλά τώρα δεν έχουμε έναν σχολιαστή της σύγχρονης Αμερικής, όπου μαύροι και λευκοί αποξενώνονται για ακόμα μία φορά στα χρονικά, μα έναν δημιουργό που κοιτάει πιο έντονα μέσα του και (δείχνει να) αισθάνεται την ανάγκη για λίγη ησυχία και ενδοσκόπηση. To "DNA." θίγει ζητήματα ταυτότητας, το "FEEL." εξερευνά το βάρος που μπορεί να φέρει η επιτυχία στις καθαρά ανθρώπινές σου σχέσεις, το "FEAR." είναι βασικά ένα ημερολόγιο φόβων, ενώ το "XXX." –με την άριστα βαλμένη στο κλίμα συμμετοχή των U2– πραγματεύεται τη διάδραση της αλήθειας και της εξουσίας.

Και βέβαια δεν είναι μόνο οι στίχοι. Η όλη παραγωγή αποδεικνύεται για ακόμα μία φορά αξιοθαύμαστη, αρκετά από τα beats είναι υποδειγματικά, ενώ ο ίδιος ο Lamar ως MC παραμένει απαράμιλλη δύναμη: όποιος αμφιβάλλει, ας τσεκάρει απλά τα μαθήματα flow τα οποία παραδίδει στο "DNA.". 

Παρά ταύτα, η πτήση κρίνεται χαμηλή γιατί όλα τα παραπάνω έχουν συχνά-πυκνά και μια αντίθετη όψη. Τα beats δηλαδή και τα έξυπνα samples (τσεκάρετε, έτσι δειγματοληπτικά, πόσο ωραία έχουν συνταιριάξει στο "XXX." ο James Brown με τους Foals) δεν φτιάχνουν πάντα αξιόλογα κομμάτια. Ναι, σε κάθε περίπτωση θαυμάζεις τη μαστόρικη δουλειά και την ευφυΐα, όμως μερικές στιγμές του DAMN. απλά δεν το έχουν.

Κραυγαλέο παράδειγμα είναι ασφαλώς η συνεργασία με τη Rihanna ("LOYALTY."), όμως ούτε το τραβηγμένο σε διάρκεια "FEAR.", ούτε το "GOD.", ούτε και το υπερεκτιμημένο single "HUMBLE." γνωρίζουν τη διαφορά μεταξύ χαλαρού και πλαδαρού, ενώ το δημιουργικό χέρι που βάζει στο "ELEMENT" ο James Blake ακυρώνεται από τους μάλλον χειρότερους στίχους στο άλμπουμ: αν θες να προγκήξεις κάποιον άλλον ράπερ (τον Drake, φημολογείται), υπάρχουν και πιο μαγκιόρικοι τρόποι να το κάνεις, ώστε να μη χάνεται και ο ακροατής στην ακατάσχετη γενικολογία. Επιπλέον, δύσκολα αποφεύγεις την εντύπωση ότι το "LOVE." είναι ένας φτωχός και δυστυχώς όχι αναλόγως «πιπεράτος» συγγενής του "Overtime", της περσινής συνεργασίας δηλαδή του Miguel και του Schoolboy Q, από έναν χιπ χοπ δίσκο που φαίνεται δεν βρήκαν αρκετά cool για τα γούστα τους οι επίδοξοι opinion leaders της μαύρης μουσικής του σήμερα.

Η τελευταία παρατήρηση είναι βέβαια ένα στοχευμένο diss (τι, μόνο οι ράπερ επιτρέπεται να κάνουν;) προς όσους σε Αγγλία και Αμερική διαμορφώνουν μεν κλίμα περί μουσικής στις μέρες μας, προσφέροντας όμως εν τέλει κακές υπηρεσίες προς την ήδη πολύπαθη κριτική, λόγω της αγωνίας τους να βρίσκουν συνεχώς hot πράγματα και νέους ήρωες –εφευρίσκοντάς τα, όταν δεν υπάρχουν. Δεν μπορώ αλλιώς να κατανοήσω, προσωπικά μιλώντας, πώς ένα γενικώς καλό μα όχι πάντα ενδιαφέρον άλμπουμ σαν το DAMN. έλαχε υποδοχή αριστουργήματος, ενώ απέχει τόσο εμφανώς από τους προκατόχους του.