search

ΔΙΕΘΝΗ

Ένας δίσκος-σχόλιο πάνω στην αστική αποξένωση του 21ου αιώνα, με τον Kevin Martin να «σβήνει» ευφυώς στα ηλεκτρονικά του τα φιδωτά riffs του Dylan Carlson και την αψιά αίσθηση από τα drones του...

Label | Ninja Tune/Rockarolla
Κυκλοφορία | 3/2017
Βαθμολογία | 7

Μια έρημος από τσιμέντο. Η εικόνα ίσως να πηγάζει από μετα-αποκαλυπτικές ταινίες, όπου αντηχεί πια μόνο ο ήχος των δικών σου βημάτων στους δρόμους του (όποιου) αστικού/μητροπολιτικού πλέγματος. Ποιητική αδεία, όμως, το ίδιο τοπίο συνεχίζει να κατοικείται σε πείσμα μετεωριτών, κλιματικών ανατροπών και νεκρών περιπατητών βγαλμένων από την τέχνη του πρόσφατα εκλιπόντος George Romero· με τον τίτλο να αποτελεί ένα σχόλιο πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις του ζωντανού και επείγοντος σήμερα.

Το σχόλιο, μάλιστα, είναι συγκεκριμένο. Αντανακλά το πώς βίωσε ο Kevin Martin –ο Βρετανός μουσικός και δημοσιογράφος πίσω από το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο The Bug– το Λος Άντζελες σε μια επίσκεψή του εκεί, κατά την οποία τον κατέκλυσε ένα συναίσθημα αποξένωσης καθώς περιπλανιόταν στους πολύβουους δρόμους του. Αυτό ακριβώς το συναίσθημα επεδίωξε να μετουσιώσει σε ηχητικές δομές. Και με ποιον άλλον θα μπορούσε να το μοιραστεί καλύτερα, αν όχι με τον Dylan Carlson, ο οποίος έχει αφουγκραστεί τις ανάλογα σκοτεινές γωνίες στις δουλειές του ως Earth;

Για την ιστορία, η συγκεκριμένη είναι η 2η συνάντηση μεταξύ των όσων εκπροσωπούν οι Martin & Carlson ως The Bug και Earth, αντίστοιχα: είχε προηγηθεί το single Boa/Cold (2014), μια εντελώς αναγνωριστική απόπειρα εύρεσης πιθανών κοινών τόπων, την οποία διέκρινε το ενδιαφέρον μα και η δειλία που ενυπάρχει σε κάθε ανάλογο πείραμα. Στο Concrete Desert, αντιθέτως, οι δυο τους ξέρουν πια πολύ καλά πού πατούν και πού βρίσκονται, πού μπορεί να αρχίσει ο ένας και να συμπληρώσει ο άλλος. Κι αυτό τους δίνει πολύτιμη ελευθερία κινήσεων.


Παρά ταύτα, το άλμπουμ δεν είναι ισότιμο, δεν είναι δηλαδή 50% The Bug, 50% Earth. Θα περίμενε κανείς τον Martin να έχει το άτυπο πάνω χέρι, αφού ήταν εκείνος που έθεσε την ατζέντα του δημιουργικού πυρήνα, φέρνοντας την πρωταρχική έμπνευση. Όμως σαν άκουσμα το Concrete Desert παραπέμπει στα Angels Of Darkness, Demons Of Light I (2011) και Angels Of Darkness, Demons Of Light II (2012) των Earth, αντανακλώντας δηλαδή το πιο πρόσφατο σχήμα των drone metal αναζητήσεων του Carlson, περισσότερο από οποιοδήποτε The Bug πόνημα μετά το 2010. Κάτι τέτοιο, σε πρώτη ματιά, δείχνει ως έκδηλη αδυναμία. Εν τέλει, όμως, πρόκειται απλά για μία ακόμα απόδειξη ότι ο Kevin Martin ξέρει να συνεργάζεται: στη μακρά δισκογραφική του διαδρομή, αφήνει πάντα περισσότερο χώρο στον άλλον –το έχουμε δει και παλιότερα με τον Justin Broadrick (στους Techno Animal), μα και σε πιο πρόσφατες συμπράξεις, π.χ. με τον Fennesz (King Midas Sound) ή με τον Alec Empire (Curse Of The Golden Vampire).

Επί της ουσίας, το Concrete Desert δεν είναι παρά μία από τις πιο πρόσφατες ψηφίδες που έρχονται να τοποθετηθούν στον παλιό και γόνιμο διάλογο τον οποίον άνοιξε το rock με την electronica. Το ίδιο το φόντο, μάλιστα, φροντίζει για κάτι τέτοιο, αφού η drone αισθητική των φημισμένων επαναλήψεων των Earth και τα φιδωτά τους riffs είναι αξεδιάλυτα συνυφασμένα τόσο με την ambient, όσο και με την πιο πειραματική διάσταση του σύγχρονου, σκληρού, κιθαριστικού ήχου: μπορεί εδώ να έχουμε πια ξεμακρύνει πάρα πολύ από τον Elvis Presley και τους Rolling Stones (ακόμα και από τους Metallica), συνεχίζουμε πάντως να μιλάμε για rock –ίσως δε να έχουμε κι ένα rock πιο ατόφιο σε σχέση με πολλά πράγματα που ο μουσικός Τύπος των ημερών μας βαφτίζει έτσι.

Από την άλλη, ούτε η electronica του The Bug περπατά στην ευθεία. Κάνοντας στην άκρη όσους επιμένουν να τον συσχετίζουν με το dubstep (επειδή από κεκτημένη ταχύτητα ή ατύχημα βαφτίστηκε έτσι το London Zoo του 2008, σε μια εποχή που όλοι έψαχναν καλλιτέχνες παρόμοιους με τον Burial), ο Martin επιμένει να εξερευνά μια «μπασταρδεμένη» εκδοχή του τζαμαϊκανού dancehall, η οποία, διοχετευμένη σε πιο ορθόδοξα ηλεκτρονικά κανάλια, χρησιμεύει εδώ για να «σβήνει» την αψιά εντύπωση που αφήνουν τα riffs του Carlson· κάνοντας έτσι τον δίσκο να μην ακούγεται μονολιθικά τραχύς, μα να διαθέτει και μια όψη πιο εγκεφαλική –για να μην πω πνευματική. Να γιατί η μη ισοτιμία των δύο δημιουργών δεν μεταφράζεται σε αδυναμία: ο The Bug δεν αποτυπώνεται ως ο πιο αδύναμος κρίκος της σύμπραξης, μα ως ο αρχιτέκτονας αυτής της παράλληλης και εκ φύσεως πιο διακριτικής όψης των πραγμάτων.

Έχουμε έτσι ένα σύνολο που δεν κυοφορεί ιδιαίτερες εκπλήξεις για όσους ξέρουν καλά τους Earth τους, μα που χρησιμοποιεί αποτελεσματικά τα γνώριμα «όπλα» τους, αφήνοντας την ίδια στιγμή τον The Bug να κάνει και τα δικά του «μαγικά», ώστε εν τέλει να χτιστεί ένας δίσκος-σχόλιο πάνω στην αστική αποξένωση του 21ου αιώνα. Ένας δίσκος που, όταν το θέλει, μπορεί να γίνει απειλητικός ("Snakes vs Rats") και αδυσώπητος ("Don't Walk Those Streets"), μα κατά το δοκούν μπορεί να φανεί έως και αποσυμφορητικός (π.χ. "Other Side Of The World").

Υ.Γ.: Αν αγαπάτε τα βινύλια, θα αποκτήσετε και ένα bonus 12ιντσο single με τα κομμάτια "Dog" και "Pray", τα οποία έμειναν εκτός της τελικής tracklist, ίσως γιατί έχουν φωνητικά, χρεωμένα σε κάποιον JK Flesh. Πρόκειται για τον Justin Broadrick, οπότε καταλαβαίνετε ότι υπάρχει ζουμί...