search

ΔΙΕΘΝΗ

Το γνωστό χειμαρρώδες, στομφώδες και οριακά νεκρομελανιασμένο μέταλλό τους είναι και πάλι εδώ, όμως όλη αυτή η υπερβολική αγριάδα δεν καταλήγει τελικά πουθενά...

Label | Shadow
Κυκλοφορία | 5/2017
Βαθμολογία | 5

Ποιος περίμενε ότι ένα 14άλεπτο EP του 1998, από το πρωτοεμφανιζόμενο project ενός νεαρού Σουηδού, θα έχτιζε σε σημαντικό βαθμό ένα ολόκληρο ιδίωμα εντός του black metal, το οποίο αποδείχτηκε ιδιαίτερα σημαντικό (με θετικό και αρνητικό πρόσημο) για το είδος κατά την καίρια δεκαετία των '00s.

Μιλάω φυσικά για το Mystérion Tés Anomias των Ofermod, το οποίο κατά κάποιον τρόπο «ήταν εκεί» για τα γεννοφάσκια του orthodox black metal. Μετά από συχνές εισόδους και εξόδους σε σωφρονιστικά ιδρύματα της Σουηδίας, ο Michayah επανέφερε τη μπάντα στην ενεργό δράση το 2008, και από τότε κυκλοφόρησε 2 αξιοπρεπέστατα full-lengths. Το φετινό Sol Nox έρχεται 5 χρόνια μετά το πολύ καλό Thaumiel, με ένα εξώφυλλο που στοχεύει στην επίκληση του αρχαϊκού μυστικισμού, αλλά τελικά εγκλωβίζεται σε μια αισθητική που έχει «καεί» από τα ήδη τετριμμένα orthodox και εωσφορικά υποείδη (εδώ να σημειώσω πως, πέρα από τη λιτή, νυχτερινή αρχοντιά του εξωφύλλου του Mystérion Tés Anomias, οι Σουηδοί έκαναν χαρακτηριστικά αδιάφορες επιλογές στον εικαστικό τομέα).

Στo Sol Nox, δεν υπάρχουν εκπλήξεις. Το γνωστό χειμαρρώδες, στομφώδες και οριακά νεκρομελανιασμένο μέταλλο των Ofermod είναι ξανά εδώ. Δεν τείνει προς την ψυχρότητα, αλλά προς τη σωματική και πνευματική φλόγα, με τσιτωμένη παραγωγή και τρόπο παιξίματος. Κυριαρχούν σπόνδυλοι από ευανάγνωστα αναδιπλούμενα riffs (που φαντάζουν απειλητικά, αλλά αποκαλύπτονται παχυλά από την ίδια τους την υπεροψία), τα οποία φλερτάρουν ενίοτε με τον πρίμο ήχο, κυρίως όμως παραμένουν σε πιο γήινες κλίμακες.

Με λίγα λόγια, οι Ofermod είναι εδώ μέρος αυτού του σουηδικού ήχου που αποκρυσταλλώθηκε μετά το 2000 από μπάντες όπως οι Watain της δημοφιλούς περιόδου και οι Dissection του Reinkaos (2006). Στα φωνητικά υπάρχει μια διάχυτη υπερβολή, τόσο με τις ομαδικές πολυφωνίες, όσο και με την ίδια την ένταση των κυρίαρχων φωνών (τυπικότατης χροιάς), με αποτέλεσμα ένα πάθος που φαντάζει τεχνητό. Όταν οι κιθάρες κατεβάζουν λίγο τους ρυθμούς και την κάψα τους, τότε υποβόσκουν κάποια πολύ ενδιαφέροντα μελωδικά σημεία και leads, όπως στο “Sun Of Dead Seasons”.

Αυτή η προσπάθεια δημιουργίας τεράστιας έντασης είναι χαρακτηριστικό όχι μόνο των Ofermod, αλλά και όλης σχεδόν της νεώτερης εωσφορικής σκηνής. Προσπαθώντας να φτιάξουν πολύπλοκους και πάνω από όλα δυνατούς ύμνους λατρείας του Εαυτού, δεν είναι σπάνιο φαινόμενο η κατάληξη στην αδιαφορία, ανακυκλώνοντας ιδέες που ούτε εν τη γενέσει τους ήταν κάτι το τρομακτικά ιδιαίτερο. Εκεί δηλαδή που το black metal των early 1990s ήταν μια σπουδή πάνω στο παράδοξο και στο αλλόκοτο –δίχως προφανείς κορώνες αυτοεπιβεβαίωσης και βαυκαλισμού– η σκηνή στην οποία πλέον ανήκουν οι Ofermod κυριαρχείται από μια υπερβολική αρρενωπότητα, που καταλήγει να εξανθρωπίζει το όποιο μυστήριο.

Μέσα στο Sol Nox θα ακούσετε ορισμένα ωραία riffs, πιθανώς και κάποια συνθετικά τμήματα που θα ωθήσουν προς πρόταξη της παλάμης σε γνωστή πόζα κρατήματος αόρατου πορτοκαλιού. Αμφιβάλλω όμως για το αν θα σας μείνει κάτι μετά την ακρόαση, εκτός κι αν αναφερόμαστε σε ένα υπέρμετρα ρωμαλέο προσωπείο αγριάδας, το οποίο πάντως δεν τρομάζει ούτε τον ίδιο του τον εαυτό στον καθρέφτη.