search

ΔΙΕΘΝΗ

Απομακρύνονται όλο και περισσότερο από το black metal, φλερτάροντας πλέον με τη σπηλαιώδη ψυχεδέλεια -το τελικό ωστόσο αποτέλεσμα σκοντάφτει κάπου μεταξύ νωχελικού περιπάτου και βορβορώδους καλπασμού...

Label | Ván Records
Κυκλοφορία | 5/2015
Βαθμολογία | 6

Υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στη διηγηματική και στην τελετουργική χρήση των μουσικών οργάνων, η οποία έγκειται στο κατά πόσο το αποτέλεσμα γίνεται αντιληπτό από το ακροατήριο ιστορικά ή ιμπρεσιονιστικά. Στη μεν διηγηματική χρήση, οι μουσικές δομές μπορούν να εκληφθούν ως μια πορεία με εκκίνηση, πλοκή και προορισμό, σαν το ξεδίπλωμα μιας ιστορίας. Κατά την τελετουργική –η οποία τείνει να απευθύνεται σε λιγότερο συνειδητά στρώματα της ανθρώπινης ύπαρξης– η γραμμική αφήγηση καταχωνιάζεται μέσα στο σώμα μη εκλογικεύσιμων δινών και επαναλήψεων.

Παλαιότερα, η πορεία των Ruins Of Beverast κινούταν στο μεταίχμιο αυτών των δύο πρακτικών, χαράζοντας μικρούς ορίζοντες διήγησης μέσα σε πανύψηλους βράχους ατμόσφαιρας. Μετά όμως το magnum opus τους Foulest Semen For A Sheltered Elite (2009) φάνηκε μια επιθυμία να γείρει η πλάστιγγα προς την τελετουργική ασάφεια. Συγκεκριμένα, στο προηγούμενο άλμπουμ Blood Vaults: The Blazing Gospel Of Heinrich Kramer (2013), φάνηκε μια αλλαγή πλεύσης με τονισμό της ατμόσφαιρας εις βάρος των διακριτών (και καταπληκτικών) riffs που έως τότε μας παρουσίαζε ο ιθύνων νους των Γερμανών, Alexander von Meilenwald. Μια αλλαγή που, κατά τη γνώμη μου, ανέκοψε τη δυναμική την οποία είχαν αναπτύξει έως τότε.

Το μοτίβο αυτό της βουτιάς σε μια αδόμητη πηγή έμπνευσης συνεχίζεται και στο 5ο τους ολοκληρωμένο άλμπουμ, Exuvia. Κρατώντας τη διάρκεια σε γνώριμα μεγάλα επίπεδα (περίπου 70 λεπτά) και χωρίζοντας το υλικό σε 6 παχυλές ενότητες, ο δίσκος θυμίζει μικροκοσμική προβολή ενός πηχτού, συμπαντικού νεφελώματος. Για μία ακόμη φορά κυριαρχούν τα αρπίσματα και οι παλμικές αντηχήσεις μπάσου εν μέσω ρωμαλέων κραυγών, ψαλμωδιών και γυναικείων φωνητικών με αναθηματική δοξαστική χροιά.

Οι κιθάρες μένουν κυρίως σε βιομηχανικής νευρικότητας πινελιές και φλερτάρουν με την καθαρή ρυθμικότητα: τα σαφή riffs είναι λίγα εδώ μέσα. Υπάρχουν μάλιστα μέχρι και σημεία όπου η κιθάρα μιμείται τυμπανοκρουσίες, ραγίζοντας τα όρια μεταξύ των ρόλων των οργάνων. Ο αναγνωρίσιμος ήχος των τυμπάνων παραμένει πάντως προσηλωμένος στις μεμβράνες και στο μεγαλειώδες επικό συναίσθημα, στα όρια της θρησκευτικότητας. Το μπάσο, τέλος, έχει συχνά πρωταγωνιστικό ρόλο καθώς περιπλανιέται εντός κενών – οργανικά– τοπίων, ανάμεσα σε σποραδικούς βρυχηθμούς.

Το στυλ των Ruins Of Beverast δεν ήταν ποτέ τυπικά black metal, κι εδώ τα πράγματα απομακρύνονται περισσότερο από το είδος, φλερτάροντας με τη σπηλαιώδη ψυχεδέλεια. Μία από τις λέξεις που μπορούν να περιγράψουν τον νέο τους δίσκο είναι «θεολογικός». Όχι όμως με τον βιβλικό τρόπο που μας είχε αποκαλύψει παλαιότερα το μεγαλειώδες κομμάτι τους “Kain's Countenance Fell” (από το Foulest Semen For A Sheltered Elite), αλλά περισσότερο με μια αίσθηση βύθισης σε λατρευτική λειτουργία.

Όπως προανέφερα, ο von Meilenwald ανέκαθεν είχε το ζιζάνιο της ιμπρεσιονιστικής σύνθεσης, αλλά με το Exuvia φαίνεται πως η ατμόσφαιρα τον έχει γοητεύσει ολοκληρωτικά. Το τελικό αποτέλεσμα ακροβατεί μεταξύ νωχελικού περιπάτου και βορβορώδους καλπασμού, μα φαίνεται πως κάπου εκεί σκοντάφτει όσον αφορά την ουσία. Πέρα δηλαδή από το “Surtur Barbaar Maritime” και το εκπληκτικό “The Pythia’s Pale Wolves”, τα υπόλοιπα τραγούδια αναλώνονται σε υπερ-μακροσκελείς επαναλήψεις και ασκήσεις φόρμας, αδυνατώντας να κρατήσουν την προσοχή. Θυμίζοντας περισσότερο καιρικά φαινόμενα ενοχλητικά μακράς διάρκειας, παρά μουσικά κομμάτια per se.