«Ρε γαμώτο, πώς είναι ακόμα τόσο καλοί;»

Αυτή η σκέψη ταλανίζει κάποιον ανώνυμο χρήστη του Δικτύου, που «δοκίμασε» το νέο άλμπουμ των Feelies μέσω YouTube. Και είναι απολύτως κατανοητή η αντίδρασή της/του, με δεδομένο ότι μιλάμε για μια μπάντα που πλέον μετράει 41 χρόνια στο κουρμπέτι. Με τους Glenn Mercer και Bill Million, μάλιστα, να επιμένουν να λογίζονται ως μέλη από το μακρινό 1976 ως και τη σημερινή εκδοχή του γκρουπ, κουβαλώντας έτσι την απαραίτητη «αυθεντικότητα», αφού είναι οι δυο τους που μοιράζονται τόσο τα φωνητικά, όσο και τις χαρακτηριστικές κιθάρες.

Οι Feelies, λοιπόν, είναι πράγματι «τόσο καλοί» στο In Between. Τόσο καλοί, δηλαδή, όσο και τον καιρό που ήταν νέοι, που η μουσική την οποία έπαιζαν ήταν φρέσκια και ο εναλλακτικός της ορίζοντας διέθετε προοπτικές εξερεύνησης για τους τολμηρούς που θα έπαιρναν τον αρκετά μοναχικό δρόμο της.

Εκείνα τα χρόνια, βλέπετε, δεν υπήρχαν μόδες και στυλ, μούσια και (κλεμμένα) καρό να σου εξασφαλίσουν 15 έστω λεπτά hipster φήμης: οι Feelies μπορεί να ξεκίνησαν ως «η καλύτερη underground μπάντα της Νέας Υόρκης» (1978), έπρεπε όμως εν τέλει να τους βοηθήσουν οι R.E.M. ώστε να βρεθούν σε μια μεγάλη εταιρεία (1988), βγάζοντας τη μόνη τους δουλειά (Only Life) που είχε ποτέ τύχη στα εθνικά charts των Η.Π.Α. –μιλάμε βέβαια απλά για ένα νούμερο 173, μη φανταστείτε δόξες μεγάλες. Κι όλα αυτά ενώ οι δίσκοι τους έχαιραν σταθερά μεγάλης εκτίμησης, αναγνωριζόμενοι στην πορεία ως σημαντικοί τόσο για την άνδρωση του αμερικάνικου indie, όσο και για τον ήχο της θρυλικής Sarah Records στη Βρετανία.

Ίσως λοιπόν οι Feelies να είναι «τόσο καλοί» γιατί σε μια εποχή κατά την οποία οι επίγονοί τους αναμασούν το κιθαριστικό παρελθόν με ολοένα και φθίνουσα φαντασία, εκείνοι ακούγονται αυθεντικοί. Είναι ο εαυτός τους, παίζουν ό,τι έπαιζαν πάντα και εξακολουθούν να το πονάνε, διατηρώντας μαζί του μια βαθιά βιωματική σχέση. Διόλου τυχαία, ξεκινούν το In Between παραπέμποντάς σε στην όμορφη καλοκαιρινή βραδιά κάποιας κατασκήνωσης μέσα στη φύση (τριζόνια κτλ.). Και, μακριά από κάθε κόμπλεξ, παραδίδουν έναν δίσκο δίχως την παραμικρή έκπληξη, μα με περίσσια εμπιστοσύνη στο τι μπορούν να πετύχουν οι κελαρυστές ακουστικές κιθάρες και τα χαλαρά, καθησυχαστικά φωνητικά.  Και πώς άλλωστε να τους κατηγορήσεις ότι ηχούν παλιοί, όταν τόσοι και τόσοι νέοι ηχούν καμιά 20ετία παλιότεροι από εκείνους; Ιδού τα αδιέξοδα των Feelies, λοιπόν, μα ιδού και τα αδιέξοδα της ευρύτερης indie «οικογένειάς» τους, τα οποία τους επιτρέπουν να βγουν ασπροπρόσωποι.

Πάντως, δεν χρειάζεται να δεις το In Between συγκριτικά με την τρέχουσα κατάσταση του indie, ώστε να το ξεχωρίσεις και να το απολαύσεις. Μπορείς απλά να αφεθείς στους ράθυμους ρυθμούς με τους οποίους επενδύονται τραγούδια με σημαίνουσα συναισθηματικη φόρτιση (σαν το "Turn Back Time" ή το "Gone Gone Gone"), εκτιμώντας μια ισορροπία ακριβείας μεταξύ γαλήνης και ενεργητικότητας στην οποία οι Feelies πάντοτε υπήρξαν μανούλες.

Είναι μεγάλο πράγμα να βρίσκεις μέσα στα χρόνια τον τρόπο να πεις και πάλι μια ιστορία που έχεις ξαναδιηγηθεί, κρατώντας τη φλόγα της ζωντανή και ενδιαφέρουσα. 

{youtube}5UDsFT1ZI7I{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured