search

ΔΙΕΘΝΗ

Μια σκοτεινότερη του συνηθισμένου gothic κυκλοφορία, με «βαριά» την αίσθηση της αγγλικής ομίχλης να σέρνεται πάνω από γοτθικά μνήματα, μα ανώριμη συνθετική αντίληψη...

Label | Iron Bonehead Productions
Κυκλοφορία | 3/2017
Βαθμολογία | 6

Το ότι post-punk/gothic και black metal αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία ακροατών, είναι λίγο-πολύ γνωστό· και λογικό, αν αναλογιστεί κανείς την ψύχωση που έχουν αμφότερα αυτά τα είδη με το σκοτάδι, αλλά και την προσκόλλησή τους στη μινιμαλιστική ηχητική προσέγγιση. Η επιτυχία των Beastmilk/Grave Pleasures είναι μια καλή πρόσφατη απόδειξη για του λόγου το αληθές, ενώ αν αρχίσουμε να κάνουμε μουσικοδημογραφικές αναλύσεις στον πληθυσμό γκοθάδικων και μεταλλάδικων μαγαζιών, τα πράγματα ξεκαθαρίζουν περαιτέρω.

Αυτό που δεν είναι και τόσο σύνηθες –σε πρώτο επίπεδο, τουλάχιστον– είναι το μπόλιασμα του ενός είδους με χαρακτηριστικές μουσικές τεχνοτροπίες του άλλου. Τα σημάδια όμως υπάρχουν για όσους σκαλίσουν λίγο κάτω από την επιφάνεια. Ο προπέρσινος δίσκος των Mgla, για παράδειγμα, το Exercises In Futility, έχει κατά πολύ βασίσει τις συνθέσεις του σε post-punk κιθάρες, προφανώς παραμορφωτικά καμουφλαρισμένες.

Light Of The Morning Star, τώρα, είναι το όνομα του προσωπικού σχήματος του Βρετανού O-A, το οποίο είχε κάνει ένα σχετικό θόρυβο πέρυσι με το Cemetery Glow EP, που περιείχε καλοπαιγμένο, επιμαυρομεταλλωμένο gothic rock, με έμφαση στην κατηφή και ζοφερή ατμόσφαιρα. Κι όλα αυτά πίσω από ένα εξώφυλλο-φόρο τιμής στο De Mysteriis Dom Sathanas των Mayhem, το οποίο τους έμπασε σε σαλόνια μαυρομέταλλων. Με την αποδοχή να είναι αρκετά θετική, η δισκογραφική συνέχεια δεν άργησε. Το όνομα αυτής Nocta, full-length πλέον, με το εικαστικό τμήμα να παραμένει ταγμένο στο σκοτεινότερο μεταλλικό παρακλάδι: κηροπήγιο και black metal, είναι παλιοί συνοδοιπόροι.

Ο δίσκος διατηρεί τις εμμονές του EP, αναπτύσσοντάς τις σε 9 κομμάτια γοτθικού metal. Ο Βρετανός δεν φαίνεται να φοβάται τα κλισέ, ανοίγοντας το άλμπουμ με ένα πιάνο βγαλμένο από βαμπιρική b-movie. Τα φωνητικά παραμένουν βαθιά και ελαφρώς ονειρικά, λες και βγήκαν από mid-1990s κυκλοφορία της Cleopatra Records ή δίσκο των Dreadful Shadows. Σε σχέση με το gothic metal των περασμένων δεκαετιών (Moonspell, The Vision Bleak) τα πράγματα εδώ είναι σαφώς πιο μονότονα: νωχελικές κιθάρες που έχουν ακούσει το Pornography των Cure (προσέξτε το “Lord Of All Graves”), αρκετά ώστε να χαθούν μέσα στο πνεύμα του. Υπάρχουν ορισμένες αναλαμπές δραστηριότητας εν μέρει επηρεασμένες από το death rock, εν μέρει από τα πρίμα του black metal –εκεί ανιχνεύεται και ο εμβολιασμός του gothic με μια black metal φυσιογνωμική ουσία.

Όμως ο δίσκος δεν ποντάρει τόσο στο μελετημένο songwriting, όσο στη διάχυση μιας ατμόσφαιρας από άκρη σε άκρη των 37 λεπτών διάρκειας. Υπάρχουν χιτάκια (όπως το “Coffinwood”), αλλά αυτό που κυρίως μου έχει μείνει μετά από αρκετές ακροάσεις είναι η αίσθηση της αγγλικής ομίχλης που σέρνεται πάνω από γοτθικά μνήματα. Το αποτέλεσμα είναι όσο γραφικό και παρωχημένο ακούγεται.

Το Nocta είναι το αναμενόμενο βήμα για τον Βρετανό δημιουργό του, ο οποίος αναπτύσσει την επιτυχημένη ιδέα του Cemetery Glow, προσφέροντας μια σκοτεινότερη του συνηθισμένου gothic κυκλοφορία. Έχει συμπαθητικές μονάδες, οι οποίες όμως αποκαλύπτουν μια όχι τελείως ώριμη συνθετική αντίληψη –οι περισσότερες δεν ξεπερνούν το επίπεδο του «απλά ευχάριστου». Η ατμόσφαιρα διασώζει κάπως τα πράγματα και το κάνει ένα άκουσμα ιδανικό για όσους δεν έχουν καθαρίσει τη νεκρική πούδρα από το πρόσωπό τους εδώ και δυο δεκαετίες.