search

ΔΙΕΘΝΗ

Ένα διαδραστικό έργο που, βάζοντας τον ακροατή σε θέση συνδημιουργού, αμφισβητεί κάμποσες από τις προδιαγραφές των δισκογραφημάτων τις οποίες θεωρούμε αυτονόητες εδώ και περισσότερα από 100 χρόνια...

Label | Warp
Κυκλοφορία | 1/2017
Βαθμολογία | 7

Ambient music –μα τι υπέροχος όρος! Αν μη τι άλλο, περιγράφει συνοπτικά το αχανές (όπως εξελίχθηκε) πεδίο το οποίο κλήθηκε να αντιπροσωπεύσει, χωρίς να υπεισέρχεται σε αξιολογικές κρίσεις. Διόλου τυχαίο, φυσικά, ότι εμπνευστής του ήταν ο πολύς Brian Eno: ένας μουσικός του οποίου όλη η πορεία υπήρξε μοιρασμένη ανάμεσα στη σύνθεση/παραγωγή και στη στοχαστικότητα (με τη διττή έννοια της λέξης).

Με το νέο του πόνημα (το οποίο κυκλοφόρησε την 1η μέρα του έτους, παρακαλώ) ο Eno επιστρέφει στα ambient χωράφια, τα οποία, άλλωστε, ο ίδιος φρόντισε να οργωθούν και να αυγατίσουν, τότε, στα μακρινά 1970s. Αν και, για να είμαστε εντάξει, θα πρέπει να τονίσουμε ότι όσες ομοιότητες ανάμεσα στο Reflection και τους αντίστοιχους δίσκους του εκείνης της εποχής επισημάνουμε, άλλες τόσες θα είναι και οι διαφορές.

Κατ' αρχάς, το Reflection δεν είναι καν άλμπουμ, επί της ουσίας. Παρότι θα βρείτε μια βινυλιακή έκδοση στα δισκοπωλεία –όπως και μια ψηφιακή στο Spotify και σε λοιπές ανάλογες πλατφόρμες– η ακριβής αποτύπωση της πρόθεσης του δημιουργού εντοπίζεται στο Apple Store, με τη μορφή μιας εφαρμογής η οποία δύναται να παίζει αενάως το ένα και μοναδικό κομμάτι που περιέχει· γράφοντας και ξαναγράφοντάς το, επανακαθορίζοντας την εξέλιξή του με βάση κάποιες προκαθορισμένες παραμέτρους.


Εδώ, καλώς ή κακώς, το «τεκμήριό» μας είναι η συμβατική, αποκρυσταλλωμένη και περιορισμένη σε ...μόλις 54 λεπτά της ώρας, σύνθεση. Η οποία, όπως και να το κάνουμε, κρίνεται πρώτα απ’ όλα από τη χρηστικότητά της, καθότι φτιάχτηκε με αυτόν τον σκοπό: να αποτελέσει το παρασκήνιο μιας εργασίας, ενός διαλογισμού, μιας καθημερινότητας.

Το επιτυγχάνει ο Eno φτιάχνοντας μια λίμνη από ήχο, στην οποία πετάει πότε πότε ένα βοτσαλο, αφήνοντάς μας να παρακολουθούμε (οσοδήποτε προσεκτικά, οσοδήποτε αδιάφορα) τις διαταραχές που προκαλεί. Η ανοιχτωσιά που διέπει το όλο ακρόαμα –μια ανοιχτωσιά πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που πρόσφεραν τα αρχετυπικά ambient έργα του– κάνει, κατά κάποιον τρόπο, πραγματικότητα ό,τι «υπόσχεται» ο τίτλος της δουλειάς: σου δίνει πίσω ό,τι εσύ προβάλλεις πάνω της. Εντάξει, με μια εσάνς από “Shine On You Crazy Diamond” κάπου στο βάθος...

Φυσικά, το Reflection επαναφέρει στην επικαιρότητα και ορισμένα ερωτήματα, προβληματισμούς και οράματα, που σχετίζονται με τον τρόπο και τη φιλοσοφία της δημιουργίας του. Και γράφω «επαναφέρει», διότι οι ιδέες που σχετίζονται με μηχανές και αλγορίθμους που γεννούν μουσικά έργα δεν είναι καινούργιες, αλλά έχουν συζητηθεί πολλάκις στο παρελθόν –όχι μόνο με πρωτοβουλίες του ίδιου του Eno, αλλά κυρίως με αφορμή έργα συνθετών όπως ο Terry Riley, ο John Cage και ο Ιάννης Ξενάκης. Δεν είναι ίσως της παρούσης η ανάπτυξη των πιθανών «επιπλοκών» που φέρει εντός της η συγκεκριμένη ιδέα, πάντως μπορεί κανείς να φανταστεί πόσο ...θερμή θα μπορούσε να γίνει μια αντιπαράθεση επιχειρημάτων ανάμεσα στους «καθαρολόγους» και στους «φουτουριστές», επ’ αφορμή της.

Πέραν αυτών, τίθενται εδώ και άλλες προοπτικές: η εφαρμογή του Eno ουσιαστικά βάζει τον ακροατή στον ρόλο του «συνδημιουργού», αφού του δίνει τη δυνατότητα να αποφασίσει για τη διάρκεια του έργου, οπότε και για τον τρόπο με τον οποίον αυτό θα τελειώσει. Μιλάμε δηλαδή για ενός είδους διαδραστικό έργο, που αμφισβητεί κάμποσες από τις προδιαγραφές των δισκογραφημάτων τις οποίες θεωρούμε αυτονόητες εδώ και περισσότερα από 100 χρόνια. Με δεδομένη τη θέση που κατέχει (και την επιρροή που ασκεί) στη Δυτική λαϊκή κουλτούρα (και όχι μόνο) ο Brian Eno, φαντάζει ζαλιστικό το να σκεφτούμε και μόνο πόσες διαφορετικές συνέπειες μπορούν να έχουν οι ιδέες του στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον της μουσικής δημιουργίας.