search

ΔΙΕΘΝΗ

Όλα άψογα και με γούστο παιγμένα, όπως πάντα. Υποψιάζεσαι όμως ότι δεν ίδρωσε κανείς για να σκεφτεί τα τι, τα πώς και τα γιατί, αφήνοντας έτσι τα πάντα στον αυτόματο πιλότο...

Label | Bushbranch/Surfdog
Κυκλοφορία | 10/2016
Βαθμολογία | 5

Καθώς η ιερή γενιά των 1960s ξεκληρίζεται μεθοδικά μπροστά στα μάτια μας, η παρουσία κάθε επιζώντα αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία. Ο Eric Clapton είναι ένας από τους λίγους ζωντανούς θρύλους εκείνης της εποχής και μοιάζει μέσω του τίτλου του νέου αυτού δίσκου να θέλει να φωνάξει «είμαι ακόμα εδώ».

Σε αντίθεση με την πλειονότητα των συναδέλφων του, ο Αργοχέρης υπήρξε πάντα καλόβολος: δεν έτρεχε μία αν όσα καλούνταν να υποστηρίξει δεν έφεραν τη δική του υπογραφή. Κάποτε ως δεξί χέρι των Delaney & Bonnie, έπειτα ως πρεσβευτής του B.B. King και του J.J. Cale και βέβαια πάντα ως ανεπίσημος ιεροκύρηκας των μπλουζ, ο Clapton έδειχνε μια προτίμηση στο να βρίσκεται στην υπηρεσία του οράματος κάποιου άλλου –και κυρίως της «παλαιάς» μουσικής.

Τον τελευταίο καιρό, βέβαια, το κακό έχει παραγίνει, αφού ο Βρετανός μάς σερβίρει τον έναν δίσκο διασκευών μετά τον άλλο, αρκούμενος σε 2-3 δικές του συνθέσεις για γαρνιτούρα στην κάθε περίπτωση. Το I Still Do είναι η τελευταία προσθήκη σε αυτήν τη φουρνιά άλμπουμ, στην οποία ο Clapton παρουσιάζει μια σειρά από δικές του εκτελέσεις σε λιγότερο ή περισσότερο γνωστά τραγούδια της μπλουζ (και όχι μόνο) παρακαταθήκης, μαζί με δύο νέες προσωπικές δημιουργίες.

Είναι όλα άψογα και με γούστο παιγμένα στο I Still Do, όπως πάντα. Αυτό εξασφαλίζεται όχι μόνο από την εμπειρία του ίδιου του πρωταγωνιστή, αλλά και μέσω της συμμετοχής πολλών άξιων μουσικών: Henry Spinetti σε τύμπανα και κρουστά, Andy Fairweather Low σε κιθάρες και φωνητικά, Chris Stainton στα πλήκτρα κ.ά. Υπάρχει φυσικά και η επανασύνδεση με τον βετεράνο παραγωγό Glyn Johns, με τον οποίο ο Clapton έφτιαξε το Slowhand του 1977, ένα από πιο χαρακτηριστικά ορόσημα της προσωπικής του διαδρομής. Όλοι αυτοί οι παράγοντες –συν οι καλές ρεπερτοριακές επιλογές– συμβάλλουν στο να προκύψει ένα άλμπουμ που ακούγεται ευχάριστα.

Τίθεται, φυσικά, το ερώτημα αν αρκεί κάτι τέτοιο. Γιατί, αν κοιτάξει κανείς τι έχει προηγηθεί στην καριέρα του διάσημου κιθαρίστα, πρώτον θα ...τρομάξει, κι έπειτα θα αναρωτηθεί αν ο νέος δίσκος μπορεί να σταθεί έστω στη σκιά των παρελθόντων κατορθωμάτων. Νομίζω ότι, όπως και οι προηγούμενες δουλειές του στην τελευταία δεκαετία (χονδρικά), το I Still Do μοιάζει να φτιάχτηκε στον αυτόματο πιλότο. Ναι μεν αντιλαμβάνεσαι ότι στήθηκε με αγάπη, αλλά υποψιάζεσαι ότι την ίδια στιγμή δεν ίδρωσε κανείς για να σκεφτεί τα τι, τα πώς και τα γιατί. Περάσαν αυτοί καλά, εν ολίγοις, μα για εμάς δεν πολυνοιαστήκανε...

Αν σώζεται πάντως το I Still Do από το να είναι ένα εντελώς αδιάφορο δισκογράφημα, το πετυχαίνει για δύο λόγους. Πρώτον, περιέχει εντός του μια καλή αντιπροσώπευση του τι υπήρξε ο Clapton μέχρι σήμερα: και τα μπλουζ (“Alabama Woman Blues” του Leroy Carr, “Stones In My Passway” του Robert Johnson), και η americana (“I Dreamed I Saw St. Augustine” του Bob Dylan, “Somebody's Knockin'” του J.J. Cale), αλλά και η soft πλευρά του (το δικό του “Catch The Blues”), όλα είναι παρόντα. Δεύτερον, ο Clapton δεν αρκείται στην αναπαραγωγή της αρχικής ατμόσφαιρας όσων διασκευάζει εδώ, αλλά κάνει τις δικές του παρεμβάσεις –ίσως όχι πάντα δραστικές, συνήθως όμως γουστόζικες. Σε δίσκους αυτής της κατηγορίας, τούτος είναι ένας κρίσιμος παράγοντας.

Στα credits αναφέρεται και κάποιος Angelo Mysterioso, ο οποίος συμμετέχει με την κιθάρα και τα φωνητικά του στην όμορφη εκτέλεση του “I Will Be There” των Paul Brady και John O' Kane. Ως γνωστόν, κάποτε χρησιμοποιήθηκε σχεδόν ταυτόσημο το συγκεκριμένο ψευδώνυμο από τον μακαρίτη τον George Harrison κι επόμενο ήταν έτσι οι φήμες να φουντώσουν. Ο Clapton έχει αρνηθεί μέχρι στιγμής να αποκαλύψει τον μυστηριώδη καλεσμένο, αλλά –αν θέλετε μια γνώμη– μάλλον πρόκειται για τον υιό Harrison, τον Dhani. Αναφέρω απλώς ότι το σούσουρο και οι υποθέσεις για τη συμμετοχή σχεδόν εξαφάνισαν οποιαδήποτε άλλη συζήτηση για τον δίσκο.

Γεγονός που καταδεικνύει, νομίζω, τα χαμηλά επίπεδα ενθουσιασμού που προκάλεσε τούτη η δουλειά, ακόμα και στους πιο φανατικούς φίλους της μουσικής του μεγάλου Eric Clapton.