30 χρόνια πριν, ο Andy Stott θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα γερό χαρτί της 4AD τόσο μουσικά όσο και αισθητικά, κάνοντας εντύπωση με τις κυκλοφορίες του και προκαλώντας αναλύσεις σχετικά με το ποιο μονοπάτι διάλεξε κάθε φορά, προς τα πού κατευθύνεται και τι θέλει να πει (…ο ποιητής).

Δεν ξέρω αν η ιστορία επαναλαμβάνεται, όπως μας πληροφορεί το γνωστό ρητό, σίγουρα όμως στην κίνηση μέσα στον χρόνο –γραμμική, κυκλική, σπειροειδή ή όπως καθένας επιθυμεί να την αντιλαμβάνεται– οι ανθρώπινες αγωνίες και ανησυχίες πάνω κάτω οι ίδιες είναι. Αυτό που αλλάζει κάθε φορά είναι το περιτύλιγμα, ενώ η ουσία παραμένει η ίδια.

Πού θέλω να καταλήξω; Στο ότι, παροντικά, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο ίδιος ο δημιουργός αναφέρει τους Dead Can Dance και This Mortal Coil ως επιρροές για το Too Many Voices, ότι συνεργάζεται στα φωνητικά για 3ο συνεχόμενο άλμπουμ με την Alison Skidmore καθιερώνοντας τη σαν τη δικιά του μούσα (ως άλλη Lisa Gerard ή Elizabeth Frazer) και ότι συναντάμε κομμάτι να τιτλοφορείται “New Romantic”.

Μετά τη νεο-αναβίωση των ψυχεδελικών 1960s, ας υποδεχτούμε επισήμως και μια 1980s νεο-αναβίωση, προσαρμοσμένη φυσικά στα ακόμη πιο σκοτεινά, γκρίζα και ενίοτε δυστοπικά σύγχρονα αστικά περιβάλλοντα, για τα οποία ο όρος «βιομηχανικά» δεν αρκεί πια για να περιγραφούν επαρκώς. Κάπου πρέπει άλλωστε να μπουν στο τοπίο τόσο ο εγκαθιδρυμένος απομονωτισμός, όσο και η ψηφιακή εικονική πραγματικότητα.

Σαν σύνολο, πάντως, το άλμπουμ διαθέτει ροή και θα κρατήσει τον ακροατή στη θέση του· κάποιες όμως φορές, αν το εξετάσεις αποσπασματικά, μένεις με μια αίσθηση ατελούς ή βιαστικά ξεπεταγμένου. Το grind-ίζον ας πούμε “Selfish” ούτε ως άσκηση ύφους δεν στέκεται, ενώ το “Over” είναι κουραστικά προβλέψιμο. Αντιθέτως, η εσωστρεφής και σκοτεινή soul/R'n'B του “Butterflies”, το φάντασμα (δημιουργικά και όχι κυριολεκτικά, γιατί μια χαρά είναι η γυναίκα) της Cosey Fanny Tutti πάνω από το “New Romantic” ή τα nu-italo synths στο “On My Mind” αποτελούν καθ’ όλα  ικανοποιητικές ενδείξεις της δημιουργικότητας του μυαλού του κυρίου Stott. Highlight, κατ’ εμέ, η cut 'n chop οπερέτα του ομότιτλου με το άλμπουμ κομματιού.

Λιγότερο επηρεασμένο από την club κουλτούρα απ’ ότι το Luxury Problems του 2012 και με μία τάση προς πιο συμβατική φόρμα (σε σύγκριση με τις μακροσκελείς αναπτύξεις του προπέρσινου Faith In Strangers), το Too Many Voices τηρεί την υπόσχεση της μη επανάληψης που έχει εκφράσει ο μουσικός, ικανοποιεί, αλλά δεν εντυπωσιάζει.

{youtube}q3WdNAbVU44{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured