Όσο σημαντικός δίσκος κι αν ήταν για τη χρονιά του το Gin του 2009, το σίγουρο είναι πως οι Cobalt είχαν ήδη απομακρυνθεί από το black metal των δύο πρώτων τους άλμπουμ, σε βαθμό απαγορευτικό για τη συμπερίληψή τους στις τάξεις του ιδιώματος. Έτσι, ήταν λίγο-πολύ αναμενόμενο πως, αν κυκλοφορούσε επόμενος δίσκος από τους Αμερικανούς (κάτι εξαιρετικά αμφίβολο, έχοντας κανείς στο μυαλό τις τρικυμιώδεις προπέρσινες διαμάχες), δεν θα είχε ιδιαίτερη σχέση με τη μαυρομεταλλική σκηνή. Κάτι που τώρα επιβεβαιώνεται πλήρως με το διπλό Slow Forever, το οποίο σε πρώτη φάση μοιάζει ως η ομαλή –και ελαφρώς φλύαρη– εξέλιξη του 3ου δίσκου των Cobalt.

Το συγκρότημα του Erik Wunder έχει κυλιστεί για τα καλά μέσα στην έρημο του Κολοράντο, αλλά και σε ολόκληρη τη σκηνή του σκληρού ήχου των Η.Π.Α. των τελευταίων 30 ετών, κάτι ιδιαίτερα προφανές στο Gin, όπως και στο Slow Forever –ίσως το βασικό χαρακτηριστικό του. Εδώ υπάρχει δηλαδή περισσότερη επαφή και σχέση με τους Neurosis και τους Converge, παρά με τους Mayhem ή τους Darkthrone· η σκιά των sludge και hardcore σκηνών γίνεται έτσι πολύ πιο εμφανής από εκείνη οποιασδήποτε ακραίας ευρωπαϊκής. Κι αυτό μεταφράζεται σε μουσική αμεσότητα: σε μια κοφτή και ελάχιστα εκλεπτυσμένη κιθαριστική προσέγγιση, και ουσιαστικά στην περαιτέρω εισχώρηση του ερημικού τοπίου της Άγριας Δύσης στη μουσική των Cobalt.

Η ασκητική διαλογή των νότων κάθε riff, ο τριζάτος ήχος στις κιθάρες (που ανασύρει εικόνες νωχελικής θερμοπληξίας), οι τελετουργικοί mid-tempo ρυθμοί των τυμπάνων, όλα μαζί σχηματίζουν την εικόνα της πλέον αδυσώπητης εκδοχής της ερήμου. Η δηλητηριώδης πίκρα των μακροχρόνιων κλυδωνισμών του συγκροτήματος διαπερνάει τον δίσκο, καταλήγοντας σε ένα αποτέλεσμα εξίσου εχθρικό με τις σπείρες της ουράς του κροταλία. Οάσεις σαφώς υπάρχουν, έστω και μικρές σε αριθμό, με τη μορφή των λεπτοφυών, πλούσιων σε περιεχόμενο, lead κιθαριστικών περασμάτων, όπως στο τέλος του “Beast Whip”, που αντλεί από το πηγάδι των hard rock μα και blues μελωδιών.

Η αντικατάσταση του Phil McSorley από τον Charlie Fell είναι ένα από τα αναμενόμενα σημεία επικέντρωσης της προσοχής. Ο πρώην τραγουδιστής των Lord Mantis και Abigail Williams (μεταξύ άλλων συγκροτημάτων) τα πάει σχετικά καλά στο δισκογραφικό του ντεμπούτο με τους Cobalt. Στην απόδοσή του κυριαρχεί μια σχιστή και λίγο φωνακλάδικη προσέγγιση, σαφώς επηρεασμένη από το hardcore, αλλά και από το μοντέρνο «ακραίο» αμερικάνικο metal. Παίζει όμως κυρίως εκ του ασφαλούς, και είναι λίγες οι στιγμές στις οποίες αφήνει να φανεί το φωνητικό του εύρος –όπως στο ήρεμο μεσαίο σημείο του “Free Will”, όπου φαίνονται οι δυνατότητές του για μια πιο  ποικιλόμορφη απόδοση.

Οι Cobalt φαίνεται πως θέλουν να δείξουν ότι, μετά το πολυετές κενό και τις ανακατατάξεις στις γραμμές τους, είναι ακόμη εδώ, χωρίς απώλεια δύναμης. Και το μεγαλεπήβολο της κυκλοφορίας ενός διπλού άλμπουμ, διάρκειας μιάμισης σχεδόν ώρας, είναι ενδεικτικό των προθέσεων του Wunder. Εν τέλει όμως φαίνεται πως η ανάγκη αυτή για υπερ-ποσότητα είχε αρνητικό αποτέλεσμα: το Slow Forever ακούγεται ξεχειλωμένο από τις πρώτες κιόλας ακροάσεις. Τα κομμάτια είναι φλύαρα, περιέχοντας τμήματα των οποίων η επανάληψη υπερβαίνει τη χρηστικότητα, ως προς τη δομή. Και αυτό δυστυχώς επισκιάζει σε μη παραβλέψιμο βαθμό τα πολυάριθμα σημεία συνθετικής σπιρτάδας. Η ατμόσφαιρα από την άλλη δεν φαίνεται να κλονίζεται ιδιαίτερα από τη χρονική διάρκεια, απλώνοντας τον μπαρουτοκαπνισμένο μανδύα της από άκρη σε άκρη.

Ο δίσκος είναι πάντως μια αρκετά καλή επιλογή για ενημέρωση σχετικά με αυτό που θεωρείται ως «σύγχρονη ακραία σκηνή της Αμερικής», μέσα από ένα γουέστερν, αδυσώπητο, αλλά και φλύαρο πρίσμα.

{youtube}0CbeJydbYu0{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured