search

ΔΙΕΘΝΗ

Label | Hektor Grammofon
Κυκλοφορία | 1/2016
Βαθμολογία | 6

Όσο οφείλουμε να μην έχουμε αυταπάτες για το καλλιτεχνικό εκτόπισμα του Sivert Høyem (ο άνθρωπος δεν κάνει γκελ σε κανένα ευρωπαϊκό, πόσο μάλλον αμερικάνικο, κοινό), άλλο τόσο οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι στον καινούριο δίσκο του υπογράφει μια σειρά από τίμια, στρογγυλά, κιμπάρικα ροκ τραγούδια, τα οποία δεν είναι δύσκολο να συμπαθήσεις.

Πραγματικά, πρόκειται για ένα άλμπουμ γεμάτο ικανοποιητικές μελωδίες και φιλόξενα τραγούδια «βελούδινης» εκτέλεσης. Το εναρκτήριο "Sleepwaking Man", για παράδειγμα, είναι ένα εξαιρετικό στιγμιότυπο με προσεγμένα γυαλισμένη παραγωγή, που αφήνει τη σκουριά και τη ραγάδα να φανούν διακριτικά μέσα από την άριστη χρήση κιθάρας, πνευστών και εγχόρδων. Το δε καλογραμμένο "Fool Τo Your Crown" είναι ικανό να ερεθίσει όσους διαθέτουν το ένζυμο του sing-a-long σε κλειστούς, συναυλιακούς χώρους.


Έχω πάντως την αίσθηση ότι ο Høyem περισσότερο «παριστάνει» παρά αισθάνεται αυτά που λέει –και επιπλέον πως είναι υπέρ το δέον ερωτευμένος με τον ήχο της φωνής του. Γνωρίζει όμως τα ατού που διαθέτει και φροντίζει να τα αναδείξει. Μεταμορφώνεται έτσι «έξυπνα» σε ό,τι επιλέγει κάθε φορά και δίνει σε όλους εκείνο που θέλουν. Στο "It Belongs To Me", λ.χ., γίνεται ο folk τραγουδοποιός που αφηγείται ιστορίες από καρδιάς σε θεατές οι οποίοι αναπολούν, με χαρμολύπη στο βλέμμα. Στο "V-O-I-D" γίνεται ο ημιφωτισμένος ρόκερ που έχει εντρυφήσει στους Tindersticks και στον Nick Cave και φιλοδοξεί να στοιχειώσει τα νυχτερινά όνειρα όσων τρελαίνονται να ακούνε πεσιμισμιστικά «ροκάκια», πίνοντας μπύρες.

Είναι καλό και υγιώς επαγγελματικό άλμπουμ το Lioness του Sivert Høyem, ο οποίος πάει ένα βήμα πιο πέρα εδώ αυτά που έκανε με τους Madrugada. Η δουλειά του στα επίπεδα της παραγωγής, η φροντισμένη απλότητα των τραγουδιών του και φυσικά η αρσενική, πλούσια, βαρύτονα υγρή φωνή του, αυξάνουν τον δείκτη στο αισθαντικό ποτενσιόμετρο. Δεν πετάς στ’ αλήθεια κανένα από τα τραγούδια του δίσκου. Ο λατρεμένος στην Ελλάδα τραγουδοποιός (όπως έδειξαν τα πρόσφατα, απανωτά sold-out) καταφέρνει έτσι και δεν αφήνει πολλές αντιστάσεις, παρουσιάζοντας ένα εύληπτο αποτέλεσμα με λεπτές, «καταραμένες» υφάνσεις στον πυρήνα κομματιών όπως το θλιμμένο "Oh, Spider" ή το "Silences", που κλείνει περήφανα τον δίσκο.

Μπορεί λοιπόν τα τραγούδια του να μην έχουν τη δύναμη να κινήσουν βουνά με τη θεματική τους, αλλά τουλάχιστον δεν πατάνε σε ψυχεδελικά τρικ και σε ανέραστους πειραματισμούς. Με κατανοητή δομή και με ζυγισμένη καταχνιά στην ατμόσφαιρα, καταφέρνουν να παρακινήσουν εκείνη τη μύχια παρόρμηση μέσα μας να ταξιδεύουμε με κλειστά τα μάτια, τις στιγμές στις οποίες τα τραγούδια μάς λένε ιστορίες. Έστω κι αν πρόκειται για αφηγήσεις που προεξοφλούν την ασφάλεια του happy end, για να μη νιώσουμε κάποιον περιττό κίνδυνο και μας ταράξει.