search

ΔΙΕΘΝΗ

Label | Parkwood/Columbia
Κυκλοφορία | 4/2016
Βαθμολογία | 8

Η Beyoncé Knowles, αυτό το εξαιρετικά ταλαντούχο πλάσμα με την εντυπωσιακή φωνή που μας συστήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και έκτοτε έχει τραγουδήσει μερικά από τα πλέον μοσχοπουλημένα singles των καιρών μας, βρίσκεται από την αυγή της τρέχουσας δεκαετίας σε μια διαδικασία μετάλλαξης. Αποχωρίζεται σταδιακά τον ρόλο της παραδοσιακής hit maker ντίβας και επιλέγει να φτιάχνει visual δίσκους, που περισσότερο ενδιαφέρονται να κοινωνήσουν μηνύματα, παρά να βρεθούν στην κορυφή του Billboard. Παραμένοντας στα όρια του pop τερέν μέσα στο οποίο έχει μάθει να παίζει, η σύζυγος του Jay-Z αξιοποιεί την επιρροή που έχει αποκτήσει προς μια πιο ουσιαστική κατεύθυνση, ακόμα κι αν κάτι τέτοιο συνεπάγεται την προσφυγή σε λιγότερο εύπεπτες μουσικές και στιχουργικές φόρμες.

Όσοι δεν την πήραν χαμπάρι στο εκπληκτικό ομώνυμο άλμπουμ του 2013, σίγουρα θα την έχουν πάρει τώρα. Τώρα δηλαδή που όλος ο πλανήτης ασχολείται με το νέο της οπτικοακουστικό μανιφέστο, το οποίο αποτελεί την επιτομή της σύγχρονης δισκογραφικής λογικής, από όποια πλευρά και να το εξετάσει κανείς. Από την αιφνιδιαστική του κυκλοφορία, τη δισυπόστατη φύση του και την αποκλειστική του διάθεση μέσω Tidal, μέχρι την επίκαιρη κοινωνικοπολιτική του διάσταση, τις ηχηρές συνεργασίες, την πολυαναφορικότητα στις ηχητικές κατευθύνσεις, το ψαγμένο sampling και τις βγαλμένες από την indie δεξαμενή στιχουργικές αναφορές. Ένα πρόχειρο googling θα σας πείσει πως δεν υπάρχει τίποτα απολύτως μέσα στον δίσκο που να μη βρίσκεται σε πλήρη ευθυγράμμιση με το «εδώ» και το «τώρα» –σχεδόν βλέπεις τον Kanye West να χαμογελά, φουσκώνοντας από υπερηφάνεια.

Στο Lemonade αποκαλύπτεται επίσης μια Beyoncé σοκαριστικά εξομολογητική, δεδομένου του βεληνεκούς του pop stardom της. Από τον πρώτο κιόλας στίχο γίνεται εμφανές το τι πρόκειται να επακολουθήσει: «You can taste the dishonesty / It's all over your breath». Πρόκειται για ένα κανονικότατο δισκογραφικό ξεγύμνωμα της απιστίας του Jay-Z, το οποίο ώρες-ώρες νιώθεις ότι σε τοποθετεί μπροστά από την κλειδαρότρυπα της κρεβατοκάμαρας του ζευγαριού, ως παρατηρητή των ψυχολογικών μεταβάσεων της απατημένης συζύγου. Στο "Hold Up" τη βλέπεις να αντιδρά στην απιστία με παράπονο, στο "Don't Hurt Yourself" την ακούς οργισμένη, στο "Sorry" απηυδισμένη. Στο δεύτερο μισό του δίσκου, πάλι, όταν μπαίνει το "Love Drought", γίνεσαι θεατής μιας μεταστροφής στη διάθεσή της. Στο "Forward" τελικά αποφασίζει να αντιπαρέλθει το γεγονός, ενώ η οριστική συγχώρεση επέρχεται με το "All Night", προτελευταίο κομμάτι στην tracklist.

Πίσω όμως από το χρονικό της κρίσης στον γάμο του ζευγαριού, ο δίσκος αντηχεί την κραυγή αγωνίας της δημιουργού του για τη θέση της μαύρης γυναίκας στην αμερικανική κοινωνία. Kάτι που υπογραμμίζεται με τη διόλου τυχαία επιλογή του πολιτικοποιημένου "Formation" ως τελευταίου κομματιού, στον απόηχο των φεμινιστικών μηνυμάτων του προηγούμενου δίσκου, αλλά και του σεισμού που προκάλεσε πέρυσι ο Kendrick Lamar με την ωμή αποτύπωση του φυλετικού ρατσισμού. Καμαρώνεις έτσι σε αρκετά σημεία του δίσκου τη Beyoncé για την τόλμη και την υπερηφάνεια με την οποία υπερασπίζεται την πάρτη της –όχι μόνο όταν «καρφώνει» τη Becky με τα ωραία μαλλιά, αλλά (κυρίως) όταν καλεί τις μαύρες κυρίες σε σχηματισμό, βασιζόμενη στα λόγια του Malcolm X: «The most disrespected person in America is the black woman». Διότι το στοίχημα για τη μαύρη γυναίκα είναι διπλό, αφού έχει να διεκδικήσει την ισότητα σε κοινωνικό επίπεδο ως μαύρη και σε επίπεδο γάμου ως γυναίκα.

Κι αν με όλα τα παραπάνω γίνεται εμφανές ότι έχουμε να κάνουμε με το πιο ενδιαφέρον στιχουργικά άλμπουμ που έχει κυκλοφορήσει η πρωθιέρεια του σημερινού R'n'B, το μουσικό κομμάτι έρχεται να ανεβάσει ακόμα περισσότερο το status του Lemonade. Η «state of the art» παραγωγή του προηγούμενου άλμπουμ έχει δώσει τη θέση της σε έναν ήχο περισσότερο οργανικό και ποικιλόμορφο, μέσα στον οποίον έχουν χωρέσει λίγο-πολύ όλα: κλασικές R'n'B γκρούβες, πιανιστικές soul μπαλάντες, πνευστά με αέρα Νέας Ορλεάνης, γνήσια americana, ακόμα και reggae ρυθμολογία –δεν μπορεί να μην γίνει ειδική μνεία στο υπέροχο sample από το "SpottieOttieDopaliscious" των Outkast, στο "All Night".

Η ίδια δε η Beyoncé ελίσσεται με χαρακτηριστική άνεση ανάμεσα σε όλα αυτά τα διαφορετικά στιλ και παραδίδει ορισμένες από τις καλύτερες ερμηνείες της, φροντίζοντας να προσαρμόζεται στην ιδιαιτερότητα του κάθε κομματιού. Εντός κλίματος ακούγεται έτσι όταν ροκάρει παρέα με τον Jack White και τα φάντασματα των Led Zeppelin στο "Don't Hurt Yourself" (κομμάτι που θα μπορούσε άνετα να βρίσκεται στο Lazaretto), εντός και όταν συνοδεύει τον James Blake σε μια μπαλάντα που βρίσκεται πολύ πιο κοντά στο δικό του ύφος, παρά στο δικό της ("Forward"). Πολύ ταπεινό για όνομα τέτοιας εμβέλειας να αφήνεις τόσο χώρο στους καλεσμένους σου, δεν βρίσκετε;

Μα τελικά, εκεί ακριβώς είναι που κερδίζει το παιχνίδι η Beyoncé. Αποποιείται τον ρόλο της φτασμένης σταρ και λειτουργεί σοφά και διορατικά, ποντάροντας σε ένα υψηλότερο καλλιτεχνικό προφίλ. Απαρνείται αρκετά, προκειμένου να επενδύσει σε έναν δίσκο διαχρονικό, σε μια κατάθεση ουσίας. Ξεμπροστιάζει τον γάμο της, τσαλακώνει την εικόνα της, ρισκάρει την αίγλη της, θυσιάζει τη σιγουριά της δοκιμασμένης συνταγής. Γνωρίζει την επιρροή της και θέλει να τη στρέψει προς τη σωστή κατεύθυνση. Φανερώνει την ανάγκη να εκφράσει κάτι, να αφήσει ένα αποτύπωμα. Πόσοι της συνομοταξίας της διατηρούν ακόμα την υγιή αυτή καλλιτεχνική ανησυχία; Ελάχιστοι. Όπως ελάχιστοι είναι και εκείνοι που θα μπορούσαν να παραδώσουν έναν τέτοιον δίσκο.