search

ΔΙΕΘΝΗ

Label | Century Media
Κυκλοφορία | 2/2016
Βαθμολογία | 7

Παρά τα σκαμπανεβάσματα αναγνωρισιμότητας και το εύρος της σημασίας του χαμού του Piggy, οι Voivod έχουν καταφέρει να διατηρήσουν μια επιδέξια εικόνα ποιότητας καθ' όλη την πορεία της μακροχρόνιας καριέρας τους (άσχετα αν η Newsted περίοδός τους ακούγεται αρκετά χλιαρή στα αυτιά μου). Έδειξαν δε με τον προηγούμενο δίσκο –και πρώτο που δημιουργήθηκε εν τη απουσία του εκλιπόντα– πως δεν έχουν ξεχάσει να γράφουν ευφυή, φουτουριστική μουσική, στην οποία χρωστάει πολλά ένα μεγάλο μέρος του ακραίου ήχου.

Τρία λοιπόν χρόνια μετά το Target Earth και με τον καινούριο (και σχετικά άγνωστο) Rocky στη θέση του Blacky, οι Καναδοί μας επανασυστήνονται με ένα χορταστικό EP, το οποίο συγκεντρώνει τα δύο περσινά κομμάτια από τις split κυκλοφορίες με Napalm Death και At The Gates πλάι σε δύο καινούρια τραγούδια, προσθέτοντας και μια διασκευή στο “Silver Machine” των Hawkwind. Ακόμη και με την πρώτη ακρόαση φαίνεται πως το υλικό έχει βαθμό συνοχής αντάξιο σφιχτής, «κανονικής» δουλειάς, παρά το ελαφρώς ετεροχρονισμένο της προέλευσης των επιμέρους τμημάτων. Ο δε τίτλος είναι αυτό που θα περίμενε κανείς από τους πάντα μελλοντολάγνους Καναδούς, ενώ το εξώφυλλο δεν βρίσκεται μακριά από την παλιμπαιδίστικη τεχνοτροπία του προηγούμενου δίσκου (αν και πολύ καλύτερο ποιοτικά).

Το εναρκτήριο ομώνυμο κομμάτι (ένα από τα δύο καινούρια), υποδηλώνει πανηγυρικά μια επιστροφή στο Dimension Hatröss του 1988: η χαρακτηριστική κλινικότητα της κιθάρας εκείνης της εποχής ηχεί πανταχού παρούσα, ως ευλύγιστη ρομποτική ακίδα, ενώ τα riffs αποτυπώνονται στριφνά και σε περίεργους χρόνους, απεικονίσεις του sci-fi οράματος των Voivod. Υπάρχουν πάντως και παρεμβαλλόμενα ήρεμα σημεία, δίνοντας μια αίσθηση παράδοσης, που αντανακλά τη μετα-κοινωνία του τίτλου του ΕΡ. Επίσης, όπως και στο άλλο καινούριο κομμάτι (“Fall”), φαίνεται εδώ η μαεστρία του Chewy, ο οποίος έχει εξελιχτεί σε άξιο αντικαταστάτη του Piggy, ποτίζοντας το τοπίο με βιομηχανικούς σπασμούς και ουσιώδη σόλο –ίσως από τα καλύτερα που έχει να επιδείξει η μπάντα.

Το μπάσο είναι ενεργό και αρκετά εμφανές (ο δίσκος ξεκινάει με bass intro), πιθανότατα σε μια προσπάθεια να γίνει ξεκάθαρο το δέσιμο του Rocky με τα υπόλοιπα τρία μέλη. Υπάρχει όμως και μια διάχυτη πανκ διάθεση, η οποία, παρότι δεν αφήνεται να ξεσαλώσει, προσφέρει ένα ακόμη επίπεδο πολυπλοκότητας. Η προοδευτική πάλι φύση της μουσικής των Voivod απεικονίζεται υπέροχα στο κομμάτι που πρωτοεμφανίστηκε στο split με τους At The Gates (“We Are Connected”), έναν δαιδαλώδη 7άλεπτο κυκεώνα, με σχεδόν noir –στην αίσθηση– μεσαίο τμήμα, που συν τοις άλλοις περιλαμβάνει και τον Snake σε μια πιο ονειρική από το σύνηθες φωνητική ερμηνεία. Και όσον αφορά τη διασκευή στο κλασικό “Silver Machine”, το συγκρότημα ανταλλάζει λίγη από τη μεγαλειώδη θολούρα του αυθεντικού με τεχνολογική οξύτητα, φέρνοντάς το στα μέτρα του.

Το Post Society είναι λοιπόν ένα πολύ καλό δείγμα αυτού στο οποίο διακρίνονται οι Voivod: φουτουριστικό thrash με progressive αφετηρία –λίγο πιο ήρεμο σε σημεία από ό,τι έχουμε συνηθίσει, πάντα όμως με αεικίνητο περιεχόμενο. Οι συνθέσεις είναι πολύ καλές, θυμίζοντας τέλη 1980s/αρχές 1990s χωρίς να πιθηκίζουν το παρελθόν, με κυριότερο όμως ατού το ότι δεν μοιάζουν να δημιουργήθηκαν από μια μπάντα με 30ετή παρουσία, που αφήνει τα χρόνια της να φανούν. Αν αυτή η μικρή κυκλοφορία μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτική του full-length που έπεται, τότε οι προσδοκίες από το επόμενο Voivod είναι μεγάλες.