search

ΔΙΕΘΝΗ

Label | Thrill Jockey
Κυκλοφορία | 3/2016
Βαθμολογία | 7

Το δελτίο τύπου για το φετινό πόνημα των The Body ονόματι No One Deserves Happiness, εξέφραζε την επιθυμία των Αμερικανών για τη δημιουργία του πιο χυδαίου ποπ άλμπουμ όλων των εποχών. Η (κυρίως αισθητική) απομάκρυνση της μπάντας από τη metal μουσική είχε άλλωστε διαφανεί, τόσο από τις σχετικά πρόσφατες δισκογραφικές τους απόπειρες, όσο και από την αλλαγή εταιρίας.

Βέβαια, ο πυρήνας που χαρακτηρίζει τη μουσική τους (sludge), δεν είναι από τα πλέον παραδοσιακά προπύργια του μεταλλικού οικοδομήματος· η ώσμωση της σχετικής σκηνής με ετερόκλητα, «εξωτερικά» στοιχεία είναι συχνό φαινόμενο. Όπως και να έχει, απηυδισμένοι κατά πως φαίνεται από τη (φαντασιακή ή μη) περιοριστική φύση της μεταλλικής κοινότητας, οι The Body προωθούν την αποσάθρωση τμήματος της ταυτότητάς τους μέσω της προαναφερθείσας δήλωσης, η οποία έχει ξεκάθαρο βάρος, έστω κι αν δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα.

Το No One Deserves Happiness είναι σαφώς ένα χυδαίο άλμπουμ –χυδαίο με την έννοια του αποπνικτικά προσβλητικού προς οποιαδήποτε θετική συναισθηματική κατάσταση. Ολόκληρος ο δίσκος είναι ένας βούρκος μέσα στον οποίον πνίγεται η ελπίδα παρέα με την (αναφερόμενη στον τίτλο) χαρά. Τα πιο μεταλλικά σημεία αντλούν από την πηγή του funeral doom και του sludge, δημιουργώντας ένα ασαφές τοπίο με ζοφερή ατμόσφαιρα, ακόμη και στα σημεία όπου τα φωνητικά ηνία αναλαμβάνει η βαθιά ανθρώπινη και ζεστή χροιά της Maralie Armstrong. Τα δε noise συρματοπλέγματα σε κομμάτια όπως το “For You” σφίγγουν ακόμη περισσότερο τη θηλιά, κόβοντας κάθε έννοια ροής. Τελμάτωση, με την έννοια της στασιμότητας μετά την καταστροφή.

Κι όμως, ο δίσκος κρύβει και ψυχρή ομορφιά, του είδους που σε καίει αν σταθείς πολύ πάνω της: απόκοσμη, με κύρια αιχμή της τα υμνικά, ψαλμωδιακά φωνητικά των Assembly Οf Light Choir. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το σπαραξικάρδιο δεύτερο μέρος του “Hallow/Hollow”, όπου οι ελεγείες συνδυάζονται με τα ακραία, ακατάληπτα σχεδόν, φωνητικά του Chip King και κυρίως με το καθηλωτικό σε ένταση οργανικό στρώμα. Υπάρχει στον συνθετικό αλλά και στον εκτελεστικό τομέα μια φινέτσα που σπάνια συναντάται στο κυρίως ειπείν sludge.

Το κατά πόσο τώρα το No One Deserves Happiness είναι ένας ποπ δίσκος, είναι πιο δύσκολο να απαντηθεί. Οι φωνητικές γραμμές της Armstrong, οι ρυθμοί του μπάσου, οι 1980s electro/industrial λούπες, κάνουν την αξίωση της μπάντας να μη δείχνει τελείως παράλογη. Και υπάρχουν σαφώς σημεία τα οποία, αν καθάριζαν από την απελπιστική «βρώμα» που τα σκεπάζει, θα μπορούσαν να υποστηρίξουν έναν τέτοιον χαρακτηρισμό (“The Fall And The Guilt” ή το “Two Snakes”). Όμως η ακραία δυστοπία που φωλιάζει μέσα στο άλμπουμ ασελγεί πάνω σε αυτά τα δείγματα mainstream ήχου, δηλητηριάζοντάς τα.

Ο δίσκος παρουσιάζει ένα συμπαγές προσωπείο (τουλάχιστον σε σχέση με τις πρόσφατες προηγούμενες δουλειές του συγκροτήματος), το οποίο έχει θεματικό και αισθητικό όραμα, παρά τις ακροβασίες. Συναισθηματικός του πυρήνας του είναι μια υπερφορτισμένη απελπισία, τις βουλές της οποίας ακολουθεί η μουσική. Προσπαθώντας να φτιάξουν τον «χυδαιότερο ποπ δίσκο», οι The Body καταλήγουν σε ένα πνιγηρό αποτέλεσμα, μη κατατάξιμο μουσικά, το οποίο περιέχει στιγμές για ακροατές διαφόρων ειδών, αλλά σαν σύνολο απευθύνεται μόνο σε συναισθηματικά εφαπτόμενα με αυτό άτομα. Δεν είναι κάτι με το οποίο θα περάσει καλά κάποιος ακούγοντάς το, σχεδόν σίγουρα όμως θα βιώσει στιγμές ομορφιάς.