search

ΔΙΕΘΝΗ

Label | Drag City
Κυκλοφορία | 1/2016
Βαθμολογία | 6

Αν υπάρχει μία τέχνη την οποία ο Ty Segall έχει κυριεύσει μέσα στα χρόνια (πέρα δηλαδή από αυτή του πωρωτικού, old-school κιθαροπαιξίματος), είναι του δισκογραφικού timing. Πολλοί λένε ότι ο πάσης φύσεως συγχρονισμός είναι το παν στη ζωή. Το αναβιωτικό λοιπόν ρολόι του αδάμαστου δαίμονα από το Orange County μοιάζει αυτόματα ρυθμισμένο να διαισθάνεται πότε χρειάζεται να ξεφουρνίσει –ή να βγάλει από τον φούρνο μικροκυμάτων, αν προτιμάτε– την cult garage βρωμιά (Lemons, 2009), πότε την psych pop γκαραζιά (Melted, 2010), πότε μία τριπλέτα εύπεπτων δίσκων για έξτρα αναγνώριση και πότε τον φόρο τιμής του στη διαχρονική ροκ σύνθεση (Manipulator, 2014).

Έτσι, αθόρυβα και χωρίς στρατηγικό πλάνο, έχει αναδειχθεί στον garage ήρωα που αναλογεί στους καιρούς μας, έστω κι αν μετά από τόσα οριακά ξεγλιστρήματα η νέα του κίνηση φάνταζε καταδικασμένη να πέσει στην παγίδα της επιστροφής σε κατακτημένη γη. Ποιο είναι λοιπόν το νέο, πρωτότυπο πιάτο που θα μας σερβίρει ο εφευρετικός Καλιφορνέζος; Η απάντηση βρίσκεται σε έναν ελιγμό με τη μορφή concept album, βουτηγμένο στη μοντέρνα τεχνοκρατική υστερία.

Ο «συναισθηματικός κακοποιός» της ιστορίας μας είναι η τεχνολογία και η υπερχείλιση/υπερκατανάλωση πληροφορίας, η οποία έχει απομαγνητίσει την εσωτερική μας πυξίδα και έχει αποδιοργανώσει τη διευθέτηση των επιθυμιών μας τόσο πολύ, ώστε να ζητάμε εθισμένοι τα ζαχαρωτά (candy) για τα οποία έχει μαλλιάσει να τραγουδάει καθ’ όλη τη διάρκεια του δίσκου ο Ty Segall, σε κατάσταση απόλυτης φρενίτιδας. Εντάξει, η αναλογία μπορεί να μην είναι η πιο ευφάνταστη που έχει σκαρφιστεί ποτέ ροκ συνθέτης, αλλά ας μην γελιόμαστε: με garage πόνημα έχουμε να κάνουμε, όχι με υψηλή, συμβολική τέχνη. Η ιδέα/προβληματισμός πίσω από το Emotional Mugger μοιάζει πάντως απόλυτα επίκαιρη, στοχευμένη, μα και βαθιά προσωπική. Αλλά η μετουσίωσή της σε έναν δίσκο θεματικά συνεκτικό και ηχητικά ευάρμοστο σε αυτήν, είναι ατελής και δυσλειτουργική.

Πρώτη φορά δείχνει τόσο πελαγωμένος και αποσυντονισμένος ο Ty Segall –σαν να τον χτύπησε κατακέφαλα η ζάχαρη από τα γλυκά που μονοπωλούν τους στίχους του. Βέβαια, το καθεστώς σύγχυσης και παράνοιας μέσα στο οποίο λιώνει ηχητικά το Emotional Mugger θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως ένα συνειδητοποιημένο και γουστόζικο τρικ, έτσι ώστε να έρθουν σε συμφωνία τα μελωδικά στοιχεία με το θεματικό περιεχόμενο. Στην πραγματικότητα, όμως, ο ακροατής νιώθει άβολα και μένει εκτεθειμένος απέναντι στα καπρίτσια του τραγουδοποιού, με το άλμπουμ να εξουδετερώνεται μέσα στην πάλη του να ισορροπήσει την ωμή, φρενήρη μουσικότητα με ένα διακριτό, σχιζοφρενικό concept.

Ακούστε λ.χ τα "Breakfast Edge", "Mandy Cream" και τη διασκευή στο proto-glam κομμάτι των Equals "Diversion": το concept στραγγαλίζει τις αβοήθητες, γκαραζόπληκτες ιδέες. Αλλά ακόμη και συνθέσεις τις οποίες γράφει για πρωινό ο πολυγραφότατος Αμερικάνος ("Califonia Hills", "Candy Sam"), φαίνεται να έχουν χάσει την προ μερικών ετών σπιρτάδα τους. Τελικά ο Segall πετυχαίνει κέντρο στις επιδιώξεις του μόνο εκεί όπου ρισκάρει και εξερευνά νέους (για εκείνον) ηχητικούς τόπους, όπως στα "Baby Big Man (I Want A Mommy)" και "The Magazine", όπου το αγωνιώδες post-punk μπλέκεται με θραύσματα garage και prog rock, σε ένα απρόβλεπτα εντυπωσιακό φινάλε.

Μετά από κάθε ακρόαση, το Emotional Mugger με αφήνει στην ίδια κατάσταση υπερέντασης και ζαλάδας: σαν να έχω μιλήσει ώρα στο κινητό χωρίς hands-free. Αν λοιπόν το κρίνουμε με βάση τον αντίκτυπο που επιφέρει συνολικά η κεντρική του ιδέα, τότε το ψυχοσωματικό σοκ μοιάζει ως αυταπόδεικτο στοιχείο επιτυχίας. Από την άλλη, αν το βάλουμε στο μικροσκόπιο, τότε είναι γεμάτο από εκνευριστικές και άτεχνες λεπτομέρειες, που δεν σε αφήνουν να το απολαύσεις χωρίς να πατήσεις skip σε κάποια κομμάτια. Μοιάζει όμως τόσο τολμηρή και αξιοσέβαστη η πρόθεση του αίλουρου performer να πειραματιστεί με κάτι εκτός της ζώνης ασφαλείας του, ώστε εν τέλει δεν μπορείς να του κρατήσεις κακία για κανένα από τα (πολλά) στραβοπατήματα. Απλώνεις έτσι το χέρι και δοκιμάζεις τα ζαχαρωτά του, έστω και με επιφυλάξεις.