search

ΔΙΕΘΝΗ

Label | Matador
Κυκλοφορία | 1/2016
Βαθμολογία | 7

Έχω την εντύπωση ότι ορισμένες μουσικές αδυνατίζουν λιγάκι όταν κρίνονται από ακροάσεις «κλειστού τύπου», εκείνες δηλαδή που συμβαίνουν στη βολή ενός οικιακού ηχοσυστήματος. Δεν είναι τόσο ζήτημα φόρμας, όσο διάθεσης να μεταφερθεί η εστίαση από τη δομή στο συμβάν. Τέτοιες μουσικές μοιάζουν να φέρουν πιο έντονο το κοινωνικό τους πρόσημο, να ζητάνε τη συνακρόαση, το μοίρασμα, τέλος πάντων μια συνθήκη που να ευνοεί το δημόσιο έναντι του ιδιωτικού, την ανταλλαγή έναντι της ενδοσκόπησης. Και δεν χρειάζεται απαραίτητα να καταφύγουμε στις τελετουργικές ρίζες της μουσικής για να στηρίξουμε κάτι τέτοιο· έχει και η ποπ κουλτούρα τα δικά της παραδείγματα. 

Το Adore Life και γενικότερα η προσέγγιση των Savages είναι καλή αφορμή για μια τέτοια συζήτηση. Όσοι και όσες είχαν παρακολουθήσει το σαρωτικό τους πέρασμα από το περσινό Plissken (όπου, συν τοις άλλοις, πρωτοακούσαμε και τα περισσότερα από τα τραγούδια του δίσκου) νομίζω πως μπορούν να το πιστοποιήσουν. Οι Jehnny Beth, Gemma Thompson, Ayse Hassan & Fay Milton συνιστούν ένα σύνολο που «σκοτώνει» πάνω στη σκηνή, γεμάτο ενέργεια, πάθος και με πλήρη επίγνωση της καταστασιακής δυναμικής της μουσικής. Διόλου τυχαία, 2 μήνες πριν την κυκλοφορία του δίσκου, επέλεξαν να τον διαφημίσουν ανεβάζοντας στο YouTube το βιντεοκλίπ του “The Answer”, το οποίο είναι η (εξιδανικευμένη, προφανώς) αναπαράσταση μιας συναυλίας τους, με την εστίαση της κάμερας να βρίσκεται και στην έκρηξη του γκρουπ, αλλά και στις ηδονιστικές αντιδράσεις του ακροατηρίου.


Δεν θέλω βέβαια να πω ότι οι ποιότητες των Savages δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές σε μία στούντιο ηχογράφηση και στις ιδιωτικές συνθήκες της ακρόασής της. Ορισμένα πράγματα όμως τα οποία παραβλέπονται ή δεν περνάνε καν απ’ το μυαλό την ώρα που η μουσική καίει μπροστά στα μάτια μας, στο CD αποκτούν μια κάποια σημασία. Όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι οι Savages παίζουν ένα παιχνίδι ταύτισης με το post-punk και την κληρονομιά του, προσέγγιση που επωφελείται μεν από τη δυναμική του, έχει όμως προφανώς και τα δεδομένα όριά της. Ή το ότι ορισμένα σημεία που στο λάιβ προσφέρουν εκείνη την ανάφλεξη, στον δίσκο μπορεί να εκφράζουν μια τάση προς έναν, κομματάκι εύκολο, εντυπωσιασμό: έχω στο μυαλό μου το πώς κορυφώνεται η –κατά τα λοιπά πολύ ενδιαφέρουσα– σύνθεση “Evil”.

Ωστόσο, αν πρέπει να κρίνουμε επί του συνόλου, θα βρούμε το Adore Life να στέκεται μια χαρά στο ύψος των περιστάσεων. Ήδη από το ντεμπούτο Silence Yourself οι Savages έχουν θέσει τις συντεταγμένες κι εδώ τις εμπλουτίζουν, εμβαθύνοντας στα όσα κάνουν όντως πολύ καλά. Οι αιχμές της μουσικής και η ένταση που τις διαποτίζει είναι τα κυριότερα από αυτά. Πλέον η μπάντα δείχνει να έχει βρει πιο αποτελεσματικούς τρόπους για να διυλίσει τούτη την ένταση σε ολόκληρο το corpus της, κάνοντάς την ίσως πιο υπόρρητη αλλά ταυτόχρονα και λιγότερο στατική. Δίχως να αμελούν τη σημασία των εμφανών πυκνώσεων, φροντίζουν τη συνολική ηχητική τους αρχιτεκτονική, με τρόπο ώστε να αφήνεται πάντοτε ένα κρίσιμο κενό στους μεταξύ τους χώρους. Σ’ αυτό το κενό είναι που καλλιεργούν τις εντάσεις, κάνοντάς τις αντικείμενο συνεχούς κίνησης και διαπραγμάτευσης. Και καταλήγουν με μια δόνηση που μπορεί να βρεθεί τόσο στις δυνατές στιγμές (π.χ. στα “The Answer” και “T.I.W.Y.G.”), όσο και στις πιο ήρεμες (π.χ. στα “Adore” και “Slowing Down The World”). 

Με άλλα λόγια, οι Savages γίνονται καλύτερη μπάντα, εξερευνώντας πιο διεξοδικά τις δυνατότητες της μουσικής τους φόρμας. Υπό μία έννοια, αυτό είναι και το ζητούμενο για ένα γκρουπ που βρίσκεται στον δεύτερο, μόλις, δίσκο του (αν δεν μετρήσουμε την προπέρσινη συνεργασία με τους Γιαπωνέζους ψυχεδελοφρίκουλες Bo Ningen, δες εδώ): όχι τόσο το να μας προσφέρει κάτι πιο «καινούργιο» συγκριτικά με τον πρώτο, αλλά περισσότερο να κάνει πιο «δικά του» τα εκφραστικά μέσα τα οποία χρησιμοποιεί.

Πριν απ’ όλα, όμως, μιλάμε για ροκ εν ρολ και οι Savages μας δίνουν και εδώ το δικαίωμα να χρησιμοποιήσουμε εκείνη την ιδρωμένη, ηδονιστική και σε σημεία σχεδόν εκστατική έννοια του όρου. Παρά τις όποιες ενστάσεις, νομίζω πως πρέπει να παραδεχθούμε ότι δεν υπάρχουν πολλά γκρουπ που να μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο τόσο πειστικά.