search

ΔΙΕΘΝΗ

Label | Century Media
Κυκλοφορία | 1/2016
Βαθμολογία | 6

Αν υπάρχει ένα γνώρισμα χάρη στο οποίο η πάλαι ποτέ ακραία σκηνή της Νορβηγίας ξεχώρισε από εκείνες της υπόλοιπης Σκανδιναβίας κατά τα 1990s, τότε αυτό είναι η πρωτοπορία –τόσο η χρονική, όσο και η ποιοτική. Κατά τη δεκαετία του 1990, δηλαδή, τα νορβηγικά σχήματα όχι μόνο εκκίνησαν το γαϊτανάκι που εν τέλει γιγαντώθηκε σε ό,τι σήμερα ξέρουμε ως black metal, αλλά πολλά κατάφεραν και να διαφοροποιήσουν τον ήχο τους σε σύγκριση με τους σύγχρονούς τους συμπατριώτες, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός πολυδιάστατου τερέν.

Οι Borknagar ήταν λοιπόν ένα από τα συγκροτήματα που ξεχώρισαν τότε δια της πρωτοτυπίας τους, η οποία έγκειτο στην keyboard συνθετική αφετηρία της μουσικής τους, αλλά και στη μετέπειτα απόσταση που κράτησαν από το κυρίως ειπείν μαύρο μέταλλο. Όπως και οι Enslaved, γοητεύτηκαν κι αυτοί από τις progressive σειρήνες, με τη διαφορά πως ανέκαθεν τήρησαν μια πιο ποπ (ή ευκολοάκουστη, αν προτιμάτε) προσέγγιση, για την οποία όποιος νομίζει πως δεν ευθύνεται η ηγετική φωνή του ICS Vortex, απλά κοροϊδεύει τον εαυτό του.

Το Winter Thrice είναι το 10o άλμπουμ της μπάντας από το Bergen και συμπίπτει με την 20ή επέτειο από τη γέννησή της. Δέκα άλμπουμ που αποτελούν σημαδούρες μιας σταθερά καλής πορείας, χωρίς εξαιρετικές κορυφές, αλλά ούτε και βάραθρα. Κι αν η διαφορά ύφους σε σύγκριση με το ομώνυμο ντεμπούτο (1996) φαντάζει τεράστια, η προσεκτική επιλογή ενδιάμεσων σταθμών θρυμματίζει οποιαδήποτε απορία. Ο φετινός δίσκος των Borknagar, με δυο λόγια, είναι ο λογικός επόμενος σταθμός μετά τα Universal και Urd του 2010 και 2012 αντίστοιχα, η λογική τους συνέχεια· άλλωστε, πέρα από τον ντράμερ, τα υπόλοιπα μέλη έχουν παραμείνει σταθερά για εδώ και πάνω από μια πενταετία.

Ο δίσκος ανήκει στην κατηγορία αυτών που ποντάρουν πολλά στο εναρκτήριο κομμάτι –το “The Rhymes Of The Mountain” στην προκειμένη– το οποίο είναι σίγουρα μέσα στα τρία καλύτερά του, επιδεικνύοντας όλα τα δυνατά χαρτιά των Νορβηγών με το καλημέρα: στιβαρό τοίχος κιθάρας και rhythm section που θυμίζει ελαφρώς ευρωπαϊκές power metal λογικές στην υπερίσχυση του όγκου έναντι της ευλυγισίας, πανέμορφες, καθαρές φωνητικές γραμμές από τον ICS, οι οποίες παίρνουν πάνω τους το μεγαλύτερο μέρος της προώθησης του κομματιού (άλλο ένα δάνειο από το ευρωπαϊκό power metal), κολλητικές γέφυρες και ρεφρέν, με τα πλήκτρα του Lazare να αναλαμβάνουν την ατμόσφαιρα αλλά και τη συνθετική πλοήγηση (όπως συνέβαινε ανέκαθεν στους Borknagar). Όμως ένα ακόμα χαρακτηριστικό της μπάντας εδώ και χρόνια είναι η μη ολοκληρωτική απεμπόλιση από τον μαυρομεταλλικό κάβο· έτσι και στο Winter Thrice δεν λείπουν τα blastbeats και τα τραχιά φωνητικά του Vintersorg.

Ο προοδευτικός χαρακτήρας του άλμπουμ δεν μένει μόνο στην αντιπαραβολή ετερόκλητων ή φαινομενικά αντιθετικών στοιχείων, κάτι το οποίο θα τον καθιστούσε απλά αποτυχημένο σε οποιαδήποτε μη τελείως επιφανειακή επαφή. Η αφομοίωση είναι επιτυχής, και καταλήγει σε ένα σαφώς ευκολοάκουστο, ραδιοφωνικό σχεδόν αποτέλεσμα, το οποίο όμως είναι πολύχρωμο, κινηματογραφικό στην εικονοπλασία του (ειδικά σε συνδυασμό με τους σχεδόν ντοκιμαντερίστικους στίχους) και ελαφρώς φλύαρο –για να είμαι ειλικρινής.

Ένα άλμπουμ που μου ήρθε στο μυαλό ήταν το περσινό Arcturian των Arcturus, προφανώς λόγω του κοινού τραγουδιστή, μα και άλλων χαρακτηριστικών: κοινή χρονική και χωρική καταγωγή, o Garm των Ulver, γυαλισμένη αλλά όχι ενοχλητική παραγωγή. Εκεί όμως που το Arcturian κέρδισε με το σπαθί του τον τίτλο ενός από τα καλύτερα metal άλμπουμ του 2015 στην υπόληψή μου, το Winter Thrice δεν πείθει με τον ίδιο τρόπο, κυρίως λόγω της συνθετικής κοιλιάς από τη μέση κι έπειτα. Μεμονωμένα σημεία μεγαλείου και ποιότητας υπάρχουν βέβαια σε όλη του τη διάρκεια, όμως το ενδιαφέρον κάπως πέφτει στο δεύτερο μισό: ειδικά στα κενά φωνητικών σημεία, γίνεται μάλιστα αρκετά φανερό.

Η πρώτη 20ετία των Borknagar κλείνει πάντως με έναν καλό δίσκο· η αλήθεια είναι πως οι Νορβηγοί δεν έχουν κυκλοφορήσει ποτέ κακό άλμπουμ, στη μέχρι τώρα καριέρα τους. Το Winter Thrice μπορεί να μην είναι η κορυφή τους, αλλά περιλαμβάνει μελωδίες που πολλοί θα σκότωναν για να έχουν, πόσο μάλλον όταν υλοποιούνται διά της εκπληκτικής φωνής του  ICS Vortex. Η σκιά όμως που πέφτει πάνω στο υλικό όταν το φωνητικό φως χάνεται για λίγο, είναι μικρή μεν, μα αρκούντως υπαρκτή, ώστε ν' αφήνει μια αίσθηση ανικανοποίητου.