Θα περίμενε κανείς από μια σκηνή σαν τη μαυρομεταλλική, με όλη τη μυστηριακή και φαντασιακή αίγλη που αποπνέει, να μη μαστίζεται από πεζά γεγονότα όπως διαμάχες ανάμεσα σε μέλη συγκροτημάτων, γεγονότα δηλαδή που έχουν τη βάση τους σε κάτι τόσο κοσμικό, όσο οι ανθρώπινες σχέσεις.

Ή πως έστω –μεταξύ σοβαρού και αστείου– όταν αυτές οι διαμάχες προκύπτουν, να λύνονται με γκροτέσκα φαντασμαγορικούς τρόπους, όπως λύθηκε για παράδειγμα (μονομερώς) η «παρεξήγηση» μεταξύ Varg Vikernes και Euronymous. Κι όμως, μετά τους Gorgoroth και τα δικαστικά τραβήγματά τους, ήρθε πέρυσι η σειρά των Immortal να κλυδωνιστούν από εσωτερικές έριδες, που τελικά οδήγησαν τον Abbath εκτός του συγκροτήματος με το οποίο τον έχουμε συνδέσει άρρηκτα, ωθώντας τον στη δημιουργία του ομώνυμου προσωπικού σχήματος, με το οποίο και ντεμπουτάρει φέτος.

Εδώ και μιάμιση δεκαετία, από το At The Heart Of Winter του 1999 κι έπειτα, οι Immortal παγιδεύτηκαν σε ένα συγκεκριμένο ύφος, ένα κατά βάση στομφώδες και κινηματογραφικό mid-tempo black metal, με επίκεντρο την ατμόσφαιρα και κάποιες (περισσότερο διακοσμητικές) εξάρσεις ταχύτητας, χωρίς να καταπιάνονται με τα πολυσχιδή riffs που τους ανέδειξαν. Το ίδιο συμβαίνει και στο προσωπικό ντεμπούτο του Abbath.

Μια συμπαγής rhythm section συνεργεί με την ογκώδη παραγωγή για να καλύψει την προβλεψιμότητα και την οκνηρία της κιθάρας. Η ποικιλία επιβάλλεται με σποραδικά blast-beats, με κάποιες κιθαριστικές αναφορές στους πρώιμους Bathory (η επιρροή του Quorthon στον Abbath είναι άλλωστε γνωστή), και με μικρά ακουστικά περάσματα, τετριμμένα ωστόσο σχεδόν από την εποχή του “Blashyrk (Mighty Ravendark)”. Παραδόξως, το πιο ενδιαφέρον σημείο του δίσκου είναι τα φωνητικά του Abbath, τα οποία δεν αναλώνονται στο μονότονο –και τόσο χαρακτηριστικό– γρύλισμα, θυμίζοντας κάπως την απόδοσή του στο “Between Two Worlds” των I.

Το να παραμένει βέβαια ένας εκ των βασικών συνθετών ενός συγκροτήματος στο ίδιο μοτίβο συγγραφής δεν είναι απαραίτητα κακό, εφόσον υπάρχει έμπνευση και συνθετική ευφυΐα. Εν αντιθέσει μάλιστα, αυτή είναι και η ευχή μιας μεγάλης μερίδας οπαδών, ανεξαρτήτως μουσικού είδους. Και είναι λογικό να παραμένει επιθυμητή η συνεχής εξερεύνηση ενός κλειστού ορίζοντα με γνώριμα, αγαπητά, αλλά και εμπνευσμένα μέσα, καθώς προσφέρει παραλλαγές επί μιας δοκιμασμένης και αγαπημένης συνταγής. Όταν όμως εδώ και 20 σχεδόν χρόνια ένας καλλιτέχνης ηχογραφεί σχεδόν τα ίδια πράγματα δίχως να φτάνει στο ελάχιστο τον παρελθοντικό του εαυτό, τότε κάτι πια πάει πολύ στραβά.

Το ντεμπούτο του Abbath δεν είναι καλός δίσκος. Εδώ απλά σερβίρεται για πολλοστή φορά η ύστερη περίοδος των Immortal, η οποία ούτως ή άλλως χωλαίνει. Κάποια, ελάχιστα σημεία, ίσως φέρουν στιγμιαία χαμόγελα στους οπαδούς των Νορβηγών, θα χαθούν όμως μόλις αναλογιστεί κανείς ότι αυτά δεν είναι παρά κλάσεις κατώτερες επαναλήψεις μέτριων εκδοχών των αριστουργημάτων των Immortal.

{youtube}9wld-Pny3y4{/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured